Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Πολιτάκης
Ιεροκήρυκας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
Του Ασώτου υιού
«Μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου»
(Γιώργος Βιζυηνός)
Σήμερα, δεύτερη Κυριακή της περιόδου του Τριωδίου και ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας παρουσιάζει την ιστορία τριών ανθρώπων, ενός πατέρα και των δύο υιών του.
Οι άνθρωποι αυτοί, σύμφωνα με την παραβολή, έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά, τη δική τους νοοτροπία, τη δική τους σκέψη και άποψη για τη ζωή και ασφαλώς διαφορετικό χαρακτήρα.
Στη ζωή τους όλα κυλούν ομαλά μέχρι τη στιγμή της επανάστασης του μικρότερου υιού, ο οποίος ξαφνικά ξεσηκώνεται, ζητάει επιτακτικά το μερτικό του από τον πατέρα του και εξαφανίζεται από το σπίτι.
Ο επαναστάτης μικρότερος υιός φεύγει και ταξιδεύει σε τόπους μακρινούς και αφιλόξενους, σπαταλώντας τον άπαντα βίο του, ό,τι πήρε ετσιθελικά από την περιουσία του πατέρα του, «ζῶν ἀσώτως».
Ο «επαναστάτης» υιός όμως, αποδείχτηκε ψευτοεπαναστάτης και δειλός. Από πλουσιόπαιδο έγινε φτωχόπαιδο και δούλος άλλων σκληρών ανθρώπων, εργάτης χοιροστασίου και ομόσιτος γουρουνιών. Η απόλυτη φτώχεια, η μοναξιά και η εγκατάλειψη έγιναν οι μόνιμοι σύντροφοί του.
Όμως, κάποια στιγμή ήρθε στο νου του η μορφή του στοργικού και δίκαιου πατέρα του και αμέσως άρχισε να τον κατατρώγει η νοσταλγία της ζεστής και φιλόξενης πατρικής οικίας. Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στην οικογένειά του, μετανιωμένος και ταπεινωμένος.
Ο νεαρός αισθάνεται ντροπή και θλίψη για τον τρόπο με τον οποίον αντιμετώπισε τον πατέρα του, όταν εκείνος τον παρακαλούσε να μη φύγει από το ασφαλές περιβάλλον της οικογένειάς του.
Ο άσωτος νέος μετάνιωσε πικρά για τις παρέες που έκανε με ψεύτικους φίλους, οι οποίοι τον εκμεταλλεύτηκαν και τον εγκατέλειψαν αμέσως μόλις τελείωσαν τα χρήματά του.
Ο άσωτος μετανοεί για όλες τις πράξεις του. Καταλαβαίνει ότι η επιστροφή στο σπίτι του πατέρα του, ακόμη και σαν υπηρέτης, είναι η μοναδική λύση. Με αυτές τις σκέψεις παίρνει το δρόμο της επιστροφής και πέφτει στην πατρική αγκαλιά, η οποία είναι η μόνη που παρέχει ασφάλεια και αγάπη αληθινή.
Ο πατέρας αποδέχεται το παιδί του με μεγάλη χαρά και του προσφέρει ξανά τα ανεκτίμητα δώρα της μετάνοιας και της συγχώρησης, της επιστροφής και της σωτηρίας.
Ο πατέρας του χαρίζει νέα και καθαρά ενδύματα, του φοράει καινούργια υποδήματα και του δίνει ξανά το οικόσημο της οικογένειας, δηλαδή ένα δαχτυλίδι.
Το δαχτυλίδι συμβολίζει την αποκατάσταση της τιμής και των προνομίων που είχε πριν εγκαταλείψει την πατρική οικία. Τα υποδήματα συμβολίζουν την ελευθερία που αποκτά ξανά, μόνο οι δούλοι περπατούν ανυπόδητοι. Τα καθαρά ενδύματα συμβολίζουν την πρώτη στολή, δηλαδή την καθαρότητα που είχε πριν την απομάκρυνση και την πτώση του.
Έτσι, επήλθε η αλλαγή στη ζωή του ασώτου που έγινε συνετός, αφού συνέβη σε αυτόν το … «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» (Γιώργος Βιζυηνός).
Έπειτα, ο πατέρας τον καλεί να εισέλθει στο σπίτι και προστάζει τους υπηρέτες να ετοιμάσουν ένα μεγάλο εορταστικό τραπέζι, σφάζοντας μάλιστα το πιο θρεμμένο μοσχάρι για να φάνε όλοι και να εορτάσουν την επιστροφή του υιού του.
Ο μικρός υιός ομολογεί τη μετάνοιά του με μία λέξη, «πατέρα». Δε λέει συγγνώμη. Εμπιστεύεται απόλυτα τον πατέρα του : «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Έτσι, ο περιπλανώμενος «Οδυσσέας» επιστρέφει στην «Ιθάκη του», στο σπίτι όπου μεγάλωσε, στην απόλυτη ασφάλεια της οικογένειάς του.
Ο πατέρας, απόλυτα διακριτικός, δεν τον ρωτάει που ξόδεψε την περιουσία που του έδωσε. Σέβεται την ελευθερία της βούλησής του, δεν τον τιμωρεί, δεν τον ειρωνεύεται, δεν τον δικάζει, αλλά τον δέχεται ως γιο του και τον αγκαλιάζει, άλλωστε τιμωρήθηκε αρκετά στην εξορία που ο ίδιος επέλεξε και δημιούργησε για τον εαυτό του.
Ο μεγαλύτερος υιός καθώς επιστρέφει από την εργασία του στους αγρούς ακούει φωνές και τραγούδια. Το γεγονός αυτό τον προβληματίζει, δε γνωρίζει τι συμβαίνει στο σπίτι και καλεί έναν από τους υπηρέτες να τον ενημερώσει σχετικά.
Όταν πληροφορήθηκε την επιστροφή του χαμένου και ξεχασμένου αδελφού του ταράχτηκε. Ο φθόνος και η ζήλεια κυρίευσαν την ύπαρξή του. Ο εργατικός, συνεσταλμένος και υπάκουος έως εκείνη τη στιγμή υιός, μετεβλήθη σε θηρίο ανήμερο.
Ο πατέρας προσπαθεί να μαλακώσει την καρδιά του μεγαλύτερου γιού που αισθάνεται αδικημένος και τονίζει την αγάπη, την πιστότητα και τη συνέπεια που επέδειξε όλα αυτά τα χρόνια και τον παρακαλεί να γίνει μέτοχος αυτής της μεγάλης χαράς.
Όμως, ο πρεσβύτερος υιός δεν επιθυμεί να γίνει μέτοχος αυτής της οικογενειακής εορτής. Η στάση και η συμπεριφορά του φανερώνει τη σκληρότητα της καρδιάς του και αποδεικνύει την έλλειψη αγάπης προς τον αδελφό του.
Ο μεγάλος αδελφός δε χαίρεται για τη μετάνοια και την επιστροφή του μικρού αδελφού στην πατρική οικία και στρέφεται αδικαιολόγητα εναντίον του πατέρα κατηγορώντας χυδαία τον ίδιο του τον αδελφό.
Η συμπεριφορά του μεγαλύτερου αδελφού είναι … ύποπτη.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το γεγονός της επιστροφής του αδελφού του αποκαλύπτει τις μύχιες σκέψεις και τις κρυφές επιθυμίες του. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι έως εκείνη τη στιγμή είναι ο μοναδικός και αποκλειστικός κληρονόμος της πατρικής περιουσίας.
Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα, ποιος άνθρωπος οδήγησε στη φυγή, στην έξοδο, τον μικρότερο υιό;
Ποιος είναι εκείνος που δεν περίμενε ποτέ και δεν επιθυμούσε την επιστροφή στο σπίτι του μικρού υιού;
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι μέσα στο κείμενο δε γίνεται καμία αναφορά στη μητέρα των παιδιών. Αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίζει αφού είναι γνωστό ότι στην Ιουδαϊκή παράδοση σχεδόν πάντοτε η γυναίκα είναι απούσα ή σιωπώσα.
Όμως, η γυναίκα είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο. Η γυναίκα είναι η μητέρα, η γη που δίνει τη ζωή, η ασφάλεια, η καταφυγή, η πατρίδα, η «Ιθάκη» κάθε παιδιού.
Αγαπητοί μου.
Ο φιλεύσπλαχνος πατέρας της παραβολής είναι ο Θεός.
Ο Θεός που αγαπάει και περιμένει την επιστροφή κάθε ανθρώπου.
Ο Θεός που συγχωρεί και τους άσωτους και τους σκληρόκαρδους.
Η διακριτική και «αφανής» μητέρα των παιδιών της παραβολής είναι η Παναγία που περιμένει σιωπώσα και προσευχόμενη, αλλά όχι απούσα.
Η άνευ ορίων αγάπη του πατρός και η απόλυτη κατανόηση προς τα παιδιά του φανερώνει την πραγματική αγάπη και το αμέτρητο έλεος του Θεού προς τον κάθε άνθρωπο.
Κυριακή του Ασώτου! Άραγε, ποιος από εμάς δεν έχει εμπειρία μιας προσωπικής περιπέτειας ή κάποιας πνευματικής επανάστασης;
Γι’αυτό, εάν επιθυμούμε την επιστροφή στην οικία του Πατρός, στην «Ιθάκη μας», οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόκληση και κάθε πειρασμό και να ομολογήσουμε με θάρρος και ειλικρίνεια την αγάπη προς την πατρίδα μας, όπως ο ποιητής : «Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει!» (Λορέντζος Μαβίλης).