«Απεκρίθη Ναθαναήλ και λέγει τω Ιησού: Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ»
Όταν εγώ με ευλαβικήν θεωρία στοχάζομαι την αρχήν, την αύξηση, την στερέωση της Ορθοδόξου μας πίστεως, διακρίνω μυστήρια, ευρίσκω θαύματα, αφ' ενός τόσον πολλά, ώστε είναι αδύνατον να τα περιγράψω με τον λόγον, και αφ' ετέρου τόσον υψηλά, ώστε είναι αδύνατον να φθάσω εκεί με την διάνοιαν. Όθεν, όλος εκστατικός από το θάμβος και την χαράν, τoν μεν ύψιστον Θεόν, ο οποίος εδίδαξε τοιαύτην πίστην, δοξάζω αναφωνώντας με τoν Δαβίδ: «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού, και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός». Τoν δε ορθόδοξον λαόν, ο οποίος επαγγέλλεται τοιαύτην πίστην, μακαρίζω λέγοντας: «Μακάριος ο λαός, ου Κύριος ο Θεός αυτού». Μολονότι ο περί Ορθοδόξου πίστεως υψηλότατος λόγος, για να γίνη κτήμα των καρδιών των ακροατών με όλην την αήττητο δύναμη την οποίαν διαθέτει, έπρεπε να κηρυχθή από το στόμα ή ενός από τους Αποστόλους και μαθητές του Χριστού, ή ενός από τους θεοπνεύστους διδασκάλους της Εκκλησίας μας, οι οποίοι υπήρξαν τα εκλεκτά εκείνα όργανα τα οποία εξ αρχής μετεχειρίσθη το Πνεύμα το Άγιον, προκειμένου να ενηχήση σε όλην την γη τον εύσημον ήχο της ευαγγελικής αληθείας. Παρ' όλα ταύτα τολμώ και εγώ να αναβώ σήμερα επάνω σε αυτόν τoν ιερόν άμβωνα με σκοπόν να κηρύξω, όπως ημπορώ, την δόξαν και το μεγαλείον της Ορθοδοξίας.
Κατά την σεβασμίαν αυτήν και κυριώνυμον ημέραν, που είναι ημέρα πανηγύρεως εξ αιτίας της νίκης της Ορθοδοξίας κατά των αντιπάλων αιρετικών, με παρακινεί η ομολογία του αδόλου Ισραηλίτου Ναθαναήλ, ο οποίος αναγνωρίζει «ον έγραψεν Μωυσής εν τω Νόμω και οι Προφήται» και ομολογεί λέγοντας προς τον Θεάνθρωπον Κύριον: «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ». Αυτή είναι η πρώτη ομολογία της Ορθοδοξίας. Και τι είναι χαριέστερον, τι είναι οφελιμώτερον από τoν περί Ορθοδοξίας λόγον, όταν αυτός κηρύττεται από Ορθόδοξον διδάσκαλον προς Ορθοδόξους ακροατάς; Για να ριζώνεται βαθύτερα το θεόφυτον δένδρον της πίστεως στις καρδιές των πιστών, για να ποτίζεται με τα καθαρά ύδατα της ευαγγελικής αληθείας, και να βλαστάνη περισσότερον αφθάρτους καρπούς αιωνίου ζωής;
Πνεύμα Πανάγιον, που είσαι πνεύμα σοφίας και συνέσεως, χάρισε σήμερα φως γνώσεως στον νου μου, ώστε να καταλάβω εγώ πρώτα, και δύναμιν λόγων στα χείλη μου για να εξηγήσω και σε άλλους, τα μεγαλεία των θαυμασίων σου, τα οποία έδειξες στην Ορθόδοξον πίστην των χριστιανών. Ναι, Παράκλητε αγαθέ! Το Πνεύμα της αληθείας, χωρίς το οποίον γλώσσα ανθρώπων δεν ημπορεί να θεολογήση, δίδαξε την ιδικήν μου για να κηρύξη πώς ήρχισε, πώς ηυξήθη, πώς εστερεώθη η Ορθοδοξία, η οποία είναι το υψηλότερον, το θαυμασιώτερον, το θειότερον έργον της Θείας σου σοφίας και δυνάμεως. Με αυτήν την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, το οποίον εγώ παρακαλώ, θα καταλάβετε κι εσείς, πως μόνον Θεού εύρημα και κατόρθωμα είναι η Ορθοδοξία. Για τούτο αυτή είναι η μόνη αληθινή διδασκαλία για να πιστεύσωμε, η μόνη αληθινή οδός για να σωθούμε.
Μέρος Α.
Όποιος στοχασθή τούτον τον κόσμον της φύσεως, το σύστημα δηλαδή του παντός, τoν ουρανόν και την γην και όσα είναι επουράνια και επίγεια, και μέσα τους αντικρύση τόσα θαυμάσια, αναγκάζεται να ομολογήση πως όλα αυτά δεν ημπορούσε να τα κάμη άλλος, παρά ένας Θεός, και τούτο για τρεις λόγους. Πρώτον για την παράδοξον αρχήν. Για το ότι έγιναν από το μη είναι, από το μηδέν, χωρίς να προϋπάρχη κάποια ύλη. Δεύτερον για το άπειρον πλήθος. Πώς λάμπουν τόσοι αστέρες στον ουρανόν, πολλαπλασιάζονται τόσα γένη πτηνών στoν αέρα, τόσα γένη φυτών και ζώων στην γη, και κητών μέσα στην θάλασσα. Τρίτον για την στερεάν διαμονήν τους. Πώς όλα διατηρούνται και διαφυλάσσονται, άλλα με μίαν αδιάκοπον διαδοχήν, με μίαν απαράλλακτον κίνησιν, στερεωμένα όλα σε μίαν ασάλευτον τάξιν. Αυτά δεν ημπορούσε να τα κάμη άλλος, παρά ένας Θεός. Όθεν ο Προφήτης θαυμάζοντας εκφωνεί: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας!». Πράγματα τόσο μεγάλα, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, δεν ημπορούσε να τα κάμη άλλος, παρά ένας Θεός πάνσοφος. Πράγματα τόσον χρήσιμα δεν ημπορούσε να τα κάμη άλλος, παρά ένας Θεός πανάγαθος. Ομοίως, όποιος στοχασθή τoν κόσμον της χάριτος, το σύστημα δηλαδή των Ορθοδόξων, την Εκκλησίαν του Χριστού, την Πίστην των Χριστιανών, και εύρη εδώ τόσον ύψος Θεολογίας, τόσον βάθος μυστηρίων, τόσον φως θείων αποκαλύψεων, τόσην αλήθεια στην διδασκαλία, τόσην αγιότητα στoν νόμο, τόσα κατορθώματα των Αποστόλων, τόσα ανδραγαθήματα των Μαρτύρων, τόσα θαύματα των Αγίων, είναι αδύνατον να μην ομολογήση πως αυτά όλα δεν ημπορούσε να τα κάνει άλλος παρά ένας Θεός. Και τούτο δια τρεις λόγους. Πρώτον για την αρχήν, πώς δηλαδή ήρχισε. Δεύτερον για την αύξηση, πώς δηλαδή ηυξήθη. Και τρίτον για την στερέωση, πώς εστερεώθη μία τέτοια Ορθόδοξος πίστις. Και αρχίζοντας από το πρώτον:
Πριν πλασθή τούτος ο κόσμος της φύσεως, δηλαδή ο ουρανός και η γη, τι υπήρχε; Χάος, άβυσσος, τίποτα. Και λοιπόν από το χάος, από την άβυσσον, από το τίποτε, δεν ημπορούσε να βγάλη άλλος τούτο το μέγα θέατρον των θαυμάτων, παρά η παντοδύναμος δεξιά του Υψίστου. Και πριν να κτισθή ο κόσμος της χάριτος, η Εκκλησία δηλαδή του Χριστού, πριν αρχίση η πίστις και η Ορθοδοξία τι υπήρχε; Χάος ασεβείας, άβυσσος απωλείας, τίποτε από δικαιοσύνην και αγιότητα. Αν εξαιρέσετε ένα πολύ μικρόν μέρος της γης, την Ιουδαίαν, όπου προσκυνείτο ο αληθινός Θεός, μολονότι και εκείνον το μέρος ήταν πολύ μολυσμένον από τα γειτονικά έθνη, ο κόσμος όλος ήταν γεμάτος από ειδωλολάτρες και είδωλα. Η Αίγυπτος, η Ελλάς, η Ρώμη, που ήσαν τα ευγενέστερα μέρη του κόσμου. Βασιλείς και λαός, σοφοί και αγράμματοι, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και παιδιά, ηρνήθησαν τον Κτίστη και προσκύνησαν τα κτίσματα, άλλος τον ήλιον, άλλος την σελήνην, άλλος τα άστρα, άλλος ζώα, άλλος φυτά, καθένας ελάτρευε ό,τι ήθελε, και μάλιστα εθεοποιούσε το πάθος του. Και επειδή η πίστις είναι ο πρώτος κανόνας της ζωής, σκεφθήτε πώς εζούσαν οι άνθρωποι. Ποίος εφοβείτο να φονεύση; Ποίος εντρέπετο να πορνεύση ή να μοιχεύση; Αφού επροσκυνούντο θεοί αιμοβόροι σαν τον Άρη και τον Ηρακλή; Θεοί πόρνοι και μοιχοί σαν τον Αία και την Αφροδίτην; Ποίος να κάμη το καλόν, αφού δεν υπήρχε ελπίς Παραδείσου; Ποίος να αποφύγη το κακόν, αφού δεν υπήρχε φόβος κολάσεως; Ποία ήθη θα επικρατούσαν μεταξύ των ανθρώπων, αφού δεν εγνώριζαν τον Θεόν, και αν τον εγνώριζαν δεν τον ήθελαν; Το κακόν ήταν καθολικόν και παμπάλαιον, κατήντησε να γίνη φύσις. Ήταν πολύ δυνατά στερεωμένος ο θρόνος του Εωσφόρου στην γη, προς τον οποίον ήσαν ολοτελώς αφωσιωμένοι και υποδουλωμένοι οι άνθρωποι. Τότε ήταν αληθώς που «ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψε επί τους υιούς των ανθρώπων, του ιδείν ει εστί συνιών ή εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ εστί ποιών χρηστότητα, ουκ εστί έως ενός».
Μετρήστε τώρα με το νουν σας το βάθος της πλάνης και της απωλείας στο οποίον ήταν βυθισμένος ο κόσμος. Μετρήστε και το ύψος της θεογνωσίας και αγιότητος στο οποίον έμελλε να ανεβή με την πίστην του Χριστού. Έμελλε να παύση η ειδωλολατρία, που ήταν τόσο βαθειά ριζωμένη στις καρδιές των ανθρώπων, και να πιστευθή ένας μόνον Θεός. Και τούτο όχι απλώς, αλλά ότι αυτός είναι Θεός στους ουρανούς με μίαν φύσιν και τρεις υποστάσεις, πλην και οι τρεις αυτές είναι ένας Θεός. Και Θεός στην γη με δύο φύσεις και με μίαν υπόστασιν, Θεός και άνθρωπος, αποθαμένος επάνω σε έναν σταυρόν. Έμελλαν να πέσουν όλοι οι ναοί των ειδώλων, που είχαν καλύψει όλην την γην, και να κτισθή μία νέα εκκλησία, στην οποία, σαν σε ποίμνη, να συναχθούν όλα εκείνα τα απολωλότα πρόβατα. Έμελλε να κηρυχθή μία νέα διδασκαλία εκ διαμέτρου αντίθετος με την φιλοσοφίαν του κόσμου, η οποία θα κάμη επιγείους αγγέλους στην αρετήν ανθρώπους, που ήσαν επίγειοι δαίμονες στην κακίαν. Έμελλε, με ολίγα λόγια, ο κόσμος που εγήρασε στην αμαρτία, να ανακαινισθή στην αγιότητα, να γίνη όντως κόσμος άλλος, να αλλάξη και πίστη και ζωήν.
Και αληθώς η αλλαγή έγινε. Αλλά τέτοια παράδοξος αλλοίωσις οποίας δεξιάς ημπορούσε να είναι κατόρθωμα; Όχι βεβαίως άλλης παρά του Θεού. Μόνον ο Ύψιστος Θεός, ο οποίος δεν έχει ανάγκην από κανένα μέσον για να κάμη ό,τι θέλει, ημπορούσε να κάμη ένα έργον τόσον θαυμαστόν από το μη oν.
Ποίον τάχα από τα κτίσματα εφάνη επί γης για να κτίση την Εκκλησία, για να διδάξη την πίστη του Χριστού; Δεν κατέβη από τους ουρανούς ένας Άγγελος ή Αρχάγγελος για να εκπλήξη τους ανθρώπους με μίαν υπερφυσικήν δύναμιν εξαισίων θαυμάτων. Δεν ανεδείχθη εδώ στην γην ένας ανδρείος στρατιώτης, ένας σοφός ρήτορας ή ένας ένδοξος πλούσιος, για να αναγκάση, καταπείση και να σύρη τους ανθρώπους σε μία νέαν πίστη, με τον φόβο των αρμάτων ή με την τέχνην της ευγλωτίας ή με το πλήθος των δωρεών. Εντελώς αντιθέτως, λέγει ο μακάριος Παύλος, για να καταισχύνη ο Θεός την σοφίαν του κόσμου, επέλεξε ανθρώπους αμαθείς. Για να νικήση την δύναμιν του κόσμου, επέλεξε ανθρώπους ανίσχυρους. Για να ταπεινώση την υπερηφάνεια του κόσμου επέλεξε το τίποτα.
Και ποίοι είναι αυτοί; Άνθρωποι Ιουδαίοι, που σημαίνει το όνειδος και το εξουθένημα των εθνών. Αλιείς στο επάγγελμα, που σημαίνει αγράμματοι και πτωχοί. Δώδεκα στον αριθμόν, πολύ ολίγοι. Αυτοί είναι εκείνοι που διάλεξε ο Θεός να υπάγουν να κηρύξουν το Ευαγγέλιον σε όλον τον κόσμο. Μου φαίνεται ότι τους βλέπω να κατεβαίνουν από το υπερώον της Ιερουσαλήμ και να ετοιμάζωνται να υπάγουν άλλος σε ένα, άλλος σε άλλο μέρος της οικουμένης. Σταθήτε, σταθήτε, ω άνδρες Γαλιλαίοι, αναμείνατε ολίγον, σας παρακαλώ, για να μου ειπήτε: τί είναι το έργον που επιχειρείτε;
Εμείς, αποκρίνονται, είμεθα απεσταλμένοι να υπάγωμε άλλος στας Αθήνας που είναι η έδρα της σοφίας της γης, άλλος τους Ινδούς και άλλος στους Σκύθες, σε έθνη άγρια και βάρβαρα, έως τα έσχατα της οικουμένης, να εξοστρακίσωμε κάθε άλλην θρησκεία, και να παρακινήσωμε τους ανθρώπους να δεχθούν μίαν νέαν πίστιν, να πιστεύσουν δηλαδή για Θεόν έναν άνθρωπον, ο οποίος εγεννήθη χωρίς Πατέρα, από Μητέρα μόνον και αυτήν Παρθένον. Άνθρωπον πτωχόν, που απέθανε επί Ποντίου Πιλάτου επάνω σε έναν σταυρόν, μεταξύ δύο ληστών. Ο οποίος, αφού απέθανε, ανέστη, ανέβη στους ουρανούς, και από τους ουρανούς μέλλει πάλι να κατεβή, για να κρίνη όλον το ανθρώπινον γένος. Πηγαίνουμε να καταπείσωμε τους ανθρώπους, να είναι έτοιμοι για την αγάπην και πίστιν τούτου του Εσταυρωμένου, να αρνηθούν τον κόσμον, την πατρίδα, τους γονείς, τα τέκνα, την ιδίαν την ζωήν τους. Να προτιμήσουν την πτωχείαν και την καταφρόνησιν από όλους τους θησαυρούς και τα βασίλεια της γης, την σκληραγωγίαν από την τρυφήν, και να αγαπώνται μεταξύ τους τόσον ώστε να αγαπούν και τους ιδίους τους εχθρούς, ανταλλάσσοντας τις ύβρεις με ευχές, το μίσος με ευεργεσίες. Πηγαίνουμε να κηρύξωμε αυτήν την νέαν διδασκαλίαν όχι σε ασήμαντους ανθρώπους, αλλά σε Στρατάρχες και Βασιλείς, σε ρήτορες και φιλοσόφους, και θέλουμε να ρίψουν εκείνοι τα σκήπτρα και τα διαδήματα και να πιάσουν τον σταυρόν, αυτοί δε να υποτάξουν τον νουν και την θέληση στην πίστη του Εσταυρωμένου. Πηγαίνουμε να φέρωμε τον κόσμο σε άλλη πίστη και άλλη ζωή. Να κάνωμε τον ειδωλολάτρη κόσμον Χριστιανόν, τον ασεβή κόσμον άγιον.
Πράγματι, εσείς αναλαμβάνετε μίαν μεγάλην και δύσκολον αποστολήν, αλλά, καλά, πού είναι τα στρατεύματά σας; Είμεθα μόνον δώδεκα. Και πού είναι τα όπλα σας; Εκείνος που μας έστειλε μας παρήγγειλε να μην πάρωμε μαζί μας ούτε ράβδον. Έχετε λοιπόν στον νουν σας να φέρετε τους ανθρώπους στην γνώμην σας με το πλήθος των χρημάτων; Όχι, είμεθα τόσον πτωχοί ώστε και εκείνα τα ολίγα υπάρχοντα που είχαμε, τα αφήσαμε όλα. Αλλά έχετε τουλάχιστον την δύναμιν του λόγου; Είσθε εύγλωτοι ρήτορες για να πείσετε τους ανθρώπους να δεχθούν δόγματα τόσον παράδοξα, αντίθετα από κάθε φυσικήν λογικήν; Ούτε αυτό διαθέτουμε. Εμείς δεν γνωρίζουμε τι είναι η σοφία του κόσμου και δεν μιλούμε άλλην γλώσσα παρά του τόπου μας. Τότε με τι ελπίζετε να στρέψετε σ' αυτήν την πίστη που διδάσκετε έναν κόσμον ολόκληρο; Εμείς δεν υπολογίζουμε σε καμμίαν ανθρωπίνην δύναμη, παρά στην δύναμη του διδασκάλου που μας έστειλε, και ελπίζουμε να τα κατορθώσωμε όλα.
Τί ακούω, όμως ακροαταί, τί ακούω; Όσα είπαν να κατορθώσουν οι άνθρωποι αυτοί τα κατώρθωσαν. Τώρα, σας παρακαλώ, να μου ειπήτε, ποίος άλλος ημπορούσε να κάμη ένα τοιούτον κατόρθωμα, να κτίση δηλαδή αυτήν την Ορθόδοξον Εκκλησία με αυτές τις προϋποθέσεις, από το μη ον, με τοιαύτα όργανα μη όντα, καθώς τα λέγει ο Παύλος, παρά ένας Παντοδύναμος Θεός; Ναι, «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν», όχι αγγέλου, όχι ανθρώπου, αλλά εκείνη πανίσχυρος δεξιά του Θεού, η οποία έβγαλεν από το μη ον τον κόσμον της φύσεως, έβγαλεν και από το μη ον τον κόσμον της χάριτος.
Ώστε η Ορθοδοξία είναι όλη Θεία στην αρχήν της. Είναι όλη Θεία στην αύξηση. Διότι ο τρόπος με τον οποίον ηυξήθη είναι Θείος. Η πίστις των χριστιανών είναι μια διδασκαλία ουράνιος, υπέρ φύσιν, υπέρ λόγον, υπέρ έννοιαν. Περιέχει μυστήρια τα οποία δεν αποδεικνύονται, δεν καταλαμβάνονται. Να πιστεύωμε εις έναν Θεόν, απλούστατον και αδιαίρετον, πλην όμως Θεόν τρισυπόστατον, Θεόν Πατέρα, Θεόν Υιόν, Θεόν Πνεύμα Άγιον, τρεις κατά την υπόστασιν και έναν κατά την ουσίαν και φύσιν. Και πάλι να πιστεύωμε εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, Θεόν συγχρόνως και άνθρωπον, διπλούν στην φύσιν και έναν στην υπόστασιν. Να βλέπωμε εκεί στην Αγίαν Τράπεζαν άρτο και να πιστεύωμε πως εκεί είναι αληθώς το σώμα του Ιησού Χριστού. Σώμα έμψυχον, σώμα ολόκληρον, το οποίον ορίζεται σε έναν τόπον αλλά δεν περιγράφεται, που μελίζεται αλλά δεν διαιρείται, εσθίεται αλλά δεν δαπανάται, πολλαπλασιάζεται στον ουρανόν και την γην και σε όλες τις Εκκλησίες των Ορθοδόξων, και είναι ένα και το αυτό. Να βλέπωμε εκεί μέσα στην αγίαν Κολυμβήθρα νερόν φυσικόν, το οποίον βρέχει το σώμα, και να πιστεύωμε πως εκείνο είναι λουτήριον πνευματικόν που καθαρίζει την ψυχήν. Να βλέπωμε άλλα αισθητώς και να πιστεύωμε άλλα νοητώς μέσα στα Μυστήρια. Να αρνήται ο νους την αίσθησιν, και μάλιστα να μην πιστεύη ο νους τον εαυτόν του. Αυτά είναι δόγματα που δεν ημπορεί να καταλάβη ο ανθρώπινος νους. Και πάλιν η πίστις των χριστιανών είναι νόμος εξ ολοκλήρου πνευματικός και άγιος. Νόμος που διατάζει πτωχείαν, παρθενίαν, νηστείαν, εγκράτειαν, ταπεινοφροσύνην και μίαν αγάπην τόσον τελείαν, που παραγγέλλει να αγαπούμε και τους εχθρούς. Νόμος που θέλει τον άνθρωπον στο σώμα αλλά πνευματικόν, στον κόσμον αλλά άγιον. Νόμος που αντιτίθεται στον νόμο του κόσμου και της σαρκός. Αυτά είναι πράγματα τα οποία δεν δέχεται μετά χαράς η ανθρωπίνη θέλησις. Και παρ' όλα ταύτα, μία διδασκαλία τόσον δύσκολος για τον νουν, ένας νόμος τόσον βαρύς για την θέλησιν, ηυξήθη, επροχώρησε σε κάθε μέρος της γης, σε κάθε τάξιν ανθρώπων. Αλλά πώς; Μήπως με κάποιο όργανον ανθρωπίνης δυνάμεως; Όχι. Και μάλιστα όλη η δύναμις των ανθρώπων, συντροφιασμένη με όλη την δυναμη των δαιμόνων, αντεστάθη και αντεπολέμησε.
Κάμετε μίαν υπόθεση, χριστιανοί, ότι βλέπετε έξω σε έναν αγρόν ολίγα πρόβατα να πολεμούν με λύκους, και μάλιστα με λέοντες, με δράκοντες και με άλλα θηρία, αναρίθμητα σε πλήθος, ανήμερα στην αγριότητα, θανατηφόρα στο δηλητήριον. Αν εβλέπατε τα ολίγα εκείνα πρόβατα να νικήσουν, να διώξουν, να διασκορπίσουν και τους λύκους και τους λέοντες και τους δράκοντες και όλα τα άλλα θηρία, και έπειτα διαμοιρασμένα σε διαφόρους τόπους της γης να πολλαπλασιασθούν τόσον ώστε να αυξηθούν και να γίνουν ένα πολυάριθμον ποίμνιο, τι θα ελέγατε; Βέβαια, πως τούτο το πράγμα δεν είναι φυσικόν, αλλά ένα εξαίσιον θαύμα. Τούτο όμως, αληθινά, συνέβη στην Εκκλησίαν του Χριστού. Εκεί βλέπω σαν δώδεκα πρόβατα τους δώδεκα εκείνους Αποστόλους, τους οποίους απέστειλεν ο Χριστός στο παγκόσμιον κήρυγμα ωσάν σε πολεμικόν αγρόν. Τους το προείπε ο ίδιος: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων». Και δεν είναι μόνον λύκοι, χριστιανομάχοι Ιουδαίοι, είναι και λέοντες, τύραννοι βασιλείς, διώκτες της πίστεως. Είναι και δράκοντες, οι αποστάτες και οι αντίθεοι δαίμονες. Θηρία αναρίθμητα, ορατοί και αόρατοι εχθροί, τα οποία εξήλθαν με άκρατον ορμή και θυμό να πολεμήσουν τα πρόβατα του Χριστού, την νεόλεκτον Εκκλησία. Αλλά τι παράδοξον θέαμα που βλέπω! Βλέπω ότι εκείνα τα πρόβατα ενίκησαν, εδίωξαν, διεσκόρπισαν λύκους και λέοντες και δράκοντες και όλα τα θηρία, και Ιουδαίους και τυράννους και δαίμονες και όλους τους εχθρούς. Βλέπω ότι οι ταπεινοί εθριάμβευσαν έναντι των υπερηφάνων, οι άοπλοι έναντι των δυνατών, οι πτωχοί και αγράμματοι έναντι των βασιλέων και των φιλοσόφων. Οι δώδεκα έγιναν αναρίθμητοι, ηυξήθησαν, επληθύνθησαν, εγέμισαν όλην την γην. Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». Βλέπω ότι επάνω στα τρόπαια του Καπιτωλίου της Ρώμης υψώθη ο Σταυρός του Χριστού. Βλέπω ότι στας Αθήνας έπεσεν ο βωμός ο αφιερωμένος «τω Αγνώστω Θεώ» και προσκυνείται ο Εσταυρωμένος. Βλέπω ότι, καθώς λέγει ο Χρυσόστομος, «πολύ σύντομα αλιείς και τελώνες επεκράτησαν στην κορυφαίαν των πόλεων και ο σκηνοποιός όλην την Ελλάδα επέστρεψε». Βλέπω ότι «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει, είδε φώς μέγα». Βλέπω έθνη βάρβαρα βαπτισμένα, πόλεις, επαρχίες, βασίλεια Ορθόδοξα. Ερήμους γεμάτες από ασκητάς, μοναστήρια από αγίες παρθένους. Βλέπω αναρίθμητα πλήθη μαρτύρων να τρέχουν για την αγάπην του Χριστού στο μαρτύριον ως πρόβατα επί σφαγήν. Βλέπω τον πρώην άθεον και πολύθεον κόσμο, τον πρώην ασεβή και ακάθαρτον, ευσεβή, άγιον, χριστιανικόν. Κηρύττεται παντού το ευαγγέλιον, παντού νικά η πίστις. Αλλά τοιαύτη αλλοίωσις ποίου είναι κατόρθωμα; Βέβαια «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Τούτο το μέγα έργον πώς έγινε; Βέβαια «δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν». Ναι, η δεξιά του Κυρίου ήταν εκείνη η οποία ηύξησε την Ορθοδοξίαν. Η δεξιά του Κυρίου έκαμε την μία γλώσσα των Αποστόλων να ακουστή από διάφορα έθνη, έκαμε με τα χέρια των Αποστόλων να σωριάζωνται οι ναοί των ειδώλων, να συντρίβωνται τα είδωλα, να πιστεύουν οι ειδωλολάτρες. Διά των χειρών των Αποστόλων εγίνοντο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά. Σημεία: Ιατρεύοντο ασθενείς, εκαθαρίζοντο λεπροί, ανεσταίνοντο νεκροί, εδιώκοντο ακάθαρτα πνεύματα. Τέρατα: λέοντες να φιλούν τους πόδες των αγίων ανδρών, μάρτυρες να μένουν άφλεκτοι μέσα στη φωτιάν, παρθένοι να πολεμούν με τα θηρία και να τα δαμάζουν. Βουνά ασάλευτα να περπατούν, εξαγριωμένη θάλασσα να γαληνεύη με την προσευχήν ενός χριστιανού!
Ελάτε τώρα, άθεοι, ελάτε άπιστοι, ελάτε ασεβείς, ελάτε όλοι οι εχθροί της Ορθοδόξου πίστεως. Όσες ακτίνες έχει ο ήλιος, τόσες είναι οι αποδείξεις που βεβαιώνουν ότι αυτή η πίστις που κρατώ είναι η αληθινή π�