1. «Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα. Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:
«Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».
Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.
2. Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλιν θά εἴπω Πάσχα πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολύ ξεπερνᾷ ὄχι μόνον τάς ἀνθρωπίνας καί τάς προερχομένας ἀπό τήν γῆν, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί ὅσας τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾷ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρας. Εἶναι μέν καλή καί ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καί ἡ φωταψία, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν καί ὁ καθένας μόνος του καί ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ, καί κατά τήν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καί σχεδόν κάθε τι τό ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μέ πλῆθος πυρσῶν τήν νύκτα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καί ὁ οὐρανός φωτίζει ἀπό ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τόν κόσμον μέ τήν ὡραιότητά του, ὅπως αἱ ὑπερουράνιοι φύσεις καί οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινή φύσις μετά τήν πρώτην, ἐπειδή ἀπό ἐκείνην προέρχεται, καί ὅπως ἡ Τριάς ἀπό τήν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον τό φῶς, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καί πιό ἐπίσημος ἡ σημερινή. Καθόσον χθές μέν τό φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τό ὁποῖον ἀνασταίνεται, καί κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δέ ἑορτάζομεν τήν ἰδίαν τήν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλά ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καί ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τόν κόσμον.
Ὁ καθένας μέν λοιπόν μέ τόν τρόπον του ἄς προσφέρῃ τόν καρπόν του καί τόν χρόνον αὐτόν καί ἄς προσφέρῃ δῶρον ἑορταστικόν ἀπό τά πνευματικά τά ὁποῖα ἀγαπᾷ ὁ Θεός, μικρόν ἤ μεγαλύτερον ἀναλόγως πρός τάς δυνάμεις του. Διότι τό νά προσφέρῃ κανείς δῶρον ἀντάξιον πρός τήν ἑορτήν θά ἠμποροῦσαν ἴσως μόλις καί μετά βίας νά τό ἐπιτύχουν οἱ ἄγγελοι, οἱ πρῶτοι πνευματικοί καί καθαροί καί θεαταί καί μάρτυρες τῆς οὐρανίου δόξης, ἔστω καί ἄν εἶναι προσιτόν εἰς αὐτούς κάθε εἶδος ἐξύμνησις. Ἡμεῖς δέ θά προσφέρωμεν τόν λόγον, τό πιό ὡραῖον καί πολύτιμον ἀπό τά μέσα τά ὁποῖα διαθέτομεν, ὑμνοῦντες καί κατ᾽ ἄλλον τρόπον τόν Λόγον διά τάς εὐεργεσίας Του πρός τούς ἀνθρώπους.
Θά ἀρχίσω δέ ἀπό τό σημεῖον αὐτό. Διότι δέν ἀνέχομαι, ἐνῷ προσφέρω ὡς θυσίαν τούς λόγους μου περί τοῦ μεγάλου Θύματος καί τῆς πιό μεγάλης ἀπό τάς ἡμέρας, νά μήν ἀνατρέξω εἰς τόν Θεόν καί νά κάμω ἀπό ἐκεῖ τήν ἀρχήν. Καθαρίσατε πρός χάριν μου καί τόν νοῦν καί τήν ἀκοήν καί τήν διάνοιαν, ὅσοι ἐντρυφᾶτε εἰς αὐτά τά πράγματα (ἐπειδή ὀ λόγος ἀναφέρεται εἰς τόν Θεόν καί εἶναι θεῖος), διά νά ἀναχωρήσετε ἀφοῦ θά ἔχετε ἐντρυφήσει πραγματικά εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα δέν τελειώνουν ποτέ. Θά εἶναι δέ ὁ λόγος μου πλήρης ἀλλά καί συνάμα πολύ σύντομος, εἰς τρόπον ὥστε, οὔτε νά σᾶς λυπήσῃ μέ τάς ἐλλείψεις του, οὔτε καί νά γίνῃ ἀνιαρός ἐξ αἰτίας τοῦ κορεσμοῦ, τόν ὁποῖον τυχόν θά σᾶς ἔφερε.
3. Ὁ Θεός ὑπῆρχε μέν πάντοτε, καί ὑπάρχει, καί θά ὑπάρχῃ, ἤ, καλύτερα, ὑπάρχει πάντοτε. Διότι τό “ὑπῆρχε” καί “θά ὑπάρχῃ”, εἶναι τμήματα τοῦ χρόνου καί τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας. Ὁ ὅρος ὅμως “ὁ ὑπάρχων” ἐκφράζει τό αἰώνιον, καί μέ αὐτόν αὐτοτιτλοφορεῖται ὅταν ἐμφανίζεται εἰς τόν Μωϋσῆ ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἔξ. 3, 14). Διότι ἔχει συγκεντρώσει καί διατηρεῖ ὅλην τήν “ὕπαρξιν”, ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτέ οὔτε καί θά λήξη ποτέ, ὡσάν κάποιος ἀπέραντος καί ἀπεριόριστος ὠκεανός οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾷ κάθε ἔννοιαν καί τοῦ χρόνου καί τῆς φύσεως, καί ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σκιαγραφηθῇ κάπως μόνον μέ τόν νοῦν. Καί ἀπό αὐτόν πάλιν μόνον πολύ ἀμυδρά καί περιωρισμένα, ὄχι ἀπό τήν οὐσίαν του ἀλλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα βρίσκονται γύρω του, διά νά σχηματισθῇ ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν φαινομένων μία κάποια εἰκόνα τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία χάνεται προτοῦ προλάβωμεν νά τήν κρατήσωμεν, καί ἐξαφανίζεται προτοῦ ἠμπορέσωμεν νά τήν συλλάβωμεν μέ τόν νοῦν. Ἡ εἰκόνα δέ αὐτή λάμπει εἰς τόν νοῦν μας, καί μάλιστα μόνον ὅταν αὐτός εἶναι καθαρός, ὅπως ἡ ἀστραπή ἡ οποία διαρκεῖ ἐλάχιστα.
Νομίζω δέ (ὅτι γίνεται αὐτό) ἀπό τήν μία μεριά μέν διά νά προσελκύῃ μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά γίνῃ κατανοητόν (διότι τό τελείως ἀκατανόητον ἀπογοητεύει καί ἐξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), ἀπό τήν ἄλλην δέ διά νά προκαλῇ τόν θαυμασμόν μέ τό ἀκατανόητον.μέ τόν θαυμασμόν νά δημιουργῇ περισσότερον πόθον, μέ τόν πόθον νά καθαρίζῃ καί μέ τήν κάθαρσιν νά κάνῃ τόν νοῦν μας θεόμορφον. Ἀφοῦ γίνωμεν δέ τέτοιοι, τολμῶ νά τό εἴπω, νά συναναστρεφώμεθα μέ τό Θεῖον ὡσάν συγγενεῖς. Ὁ Θεός νά ἑνώνεται καί νά ἐπιτρέπῃ νά Τόν γνωρίσουν θεοί, καί μάλιστα τόσον πολύ, ὅσον γνωρίζει κι ὅλας ἐκείνους τούς ὁποίους γνωρίζει. Εἶναι λοιπόν ἄπειρον τό θεῖον καί δυσκολονόητον. Τό μόνον δέ τό ὁποῖον εἶναι κατανοητόν ἀπ᾽ αὐτό εἶναι τό ὅτι εἶναι ἄπειρον, ἔστω καί ἄν θά νομίζῃ κάποιος ὅτι εἶναι ἁπλῆς φύσεως ἤ καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀκατανόητον, ἤ τελείως κατανοητόν. Διότι πῶς θά ἐπιθυμήσωμεν κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλός ἀπό τήν φύσιν του; Ἡ ἁπλότης λοιπόν δέν ἀποτελεῖ τήν φύσιν του, ὅπως καί εἰς τά σύνθετα τήν φύσιν των δέν ἀποτελεῖ μόνον τό ὅτι εἶναι σύνθετα.
4. Ἐπειδή δέ τό ἄπειρον ἐξετάζεται ἀπό δύο πλευράς, ἀπό τήν ἀρχήν δηλαδή καί τό τέλος (διότι ὅ,τι ξεπερνᾶ τά ὅρια αὐτά καί δέν περιορίζεται μέσα σ᾽ αὐτά εἶναι ἄπειρον), ὅταν μέν στραφῇ ὁ νοῦς πρός τό οὐράνιον βάθος, ἐπειδή δέν ἔχει ποῦ νά σταθῇ διά νά στηρίξῃ τά ἐξωτερικά γνωρίσματα μέ τά ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται τόν Θεόν, ὀνομάζει τό ἄπειρον καί τό ἀδιέξοδον τό ὁποῖον προκύπτει ἀπό αὐτά ἄναρχον. Ὅταν δέ στραφῇ πρός τά ἐπίγεια καί τά μέλλοντα, τό ὀνομάζει ἀθάνατον καί ἄφθαρτον. Ὅταν δέ ἐξετάσῃ τά πάντα, τό ὀνομάζει αἰώνιον. Διότι αἰών δέν εἶναι οὔτε χρόνος, οὔτε κάποιο τμῆμα τοῦ χρόνου (διότι δέν μετρᾶται). Ἀλλά ὅ,τι εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μετρᾶται μέ τήν περιφοράν τοῦ ἡλίου, αὐτό εἶναι διά τά αἰώνια ὁ αἰών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται μαζί μέ τά ὄντα, ὡσάν κάποιο χρονικό κίνημα καί διάστημα.
Εἰς αὐτά λοιπόν ἄς ἀρκεσθῇ ἡ τωρινή μου φιλοσοφική ἐνασχόλησις μέ τόν Θεόν. Διότι δέν ὑπάρχει χρόνος δι᾽ αὐτά, ἐπειδή ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔχομεν νά ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ οἰκονομία καί ὄχι ἡ θεολογία. Ὅταν δέ εἴπω Θεόν, ἐννοῶ τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Καί ἡ θεότης οὔτε διαχέεται πέρα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν παραδεχθῶμεν πολλούς θεούς, οὔτε περιορίζωνται εἰς ἕνα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν κατηγορηθῶμεν ὅτι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, καί νά μήν μᾶς εἴπουν εἴτε ἰουδαΐζοντας ἐξ αἰτίας τῆς μονοθεΐας, εἴτε ἑλληνίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς πολυθεΐας. Διότι καί εἰς τά δύο ὑπάρχει τό ἴδιον κακόν, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται μέσα εἰς ἀντίθετα πράγματα. Ἔτσι λοιπόν τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα δέν ἀποκαλύπτονται οὔτε εἰς τά ἴδια τά Σεραφείμ, καί τά ὁποῖα δοξάζονται μέ τόν Τρισάγιον ὕμνον (βλ. Ἠσ. 6, 2 ἑ.), συγκεντρώνονται εἰς μίαν ἀρχήν καί μίαν Θεότητα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἔχει ἐξετάσει κατά τρόπον ἄριστον καί ὑψηλόν καί κάποιος ἄλλος ἀπό τούς πρίν ἀπό ἡμᾶς.
5. Ἐπειδή ὅμως δέν ἦτο τοῦτο ἀρκετόν εἰς τήν ἀγαθότητα, τό νά κινῆται μόνον μέ τήν σκέψιν της, ἀλλά ἔπρεπε νά διασκορπισθῇ τό ἀγαθόν καί νά ἐξαπλωθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς ἀπείρου ἀγαθότητος), κατ᾽ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψιν τούς ἀγγέλους καί τάς οὐρανίας δυνάμεις. Καί ἡ σκέψις της γίνεται ἔργον, τό ὁποῖον συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγον καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι ἐδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, ὑπηρέται τῆς πρώτης λαμπρότητος, τάς ὁποίας πρέπει νά θεωρήσωμεν εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ, κατά κάποιον τρόπον, ἄϋλον καί ἀσώματον, εἴτε ὡς κάποιαν ἄλλην φύσιν, ἡ ὁποία νά ταιριάζῃ ὅσον τό δυνατόν περισσότερον πρός τά λεχθέντα. Θέλω μέν νά εἴπω ὅτι δέν ἠμποροῦν νά κινηθοῦν πρός τό κακόν, καί ὅτι μόνον πρός τό καλόν ἠμποροῦν νά βαδίσουν, ἐπειδή εὑρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεόν καί φωτίζονται πρῶται ἀπ᾽ Αὐτόν (διότι ὁ φωτισμός τῶν ἐπιγείων ἀποτελεῖ δεύτερον φωτισμόν). Μέ ἀναγκάζει ὅμως νά θεωρήσω καί νά εἴπω, ὅτι δέν εἶναι ἀκίνητοι ἀλλά μόνον δυσκίνητοι, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς λαμπρότητός του (βλ. Ἠσ. 14, 12) καί ὁ ὁποῖος ἔγινε σκοτάδι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, καί αἱ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ὑπό τήν ἀρχηγίαν του, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τό κακόν μέ τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό καλόν καί τό ἐπροκάλεσαν καί εἰς ἡμᾶς.
6. Ἔτσι λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν ἐδημιουργήθη ὑπ᾽ Αὐτοῦ ὁ νοητός κόσμος, εἰς τρόπον ὥστε νά ἠμπορῶ ἐγώ νά ἐξετάζω τά πράγματα αὐτά, καταμετρῶν μέ τόν μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Ἐπειδή δέ τά πρῶτα ἦσαν καλά (Γεν. κεφ. 1) δι᾽ Αὐτόν, ἐννοεῖ (καί δημιουργεῖ) δεύτερον κόσμον, ὑλικόν καί ὁρατόν ( αὐτός δέ ὁ κόσμος εἶναι τό ὀργανωμένον σύστημα καί σύνολον τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί τῶν μεταξὐ αὐτῶν εὑρισκομένων, ἀξιέπαινον μέν διά τήν τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, ἀλλά ἀκόμη πιό ἀξιέπαινον ἐξ αἰτίας τοῦ ταιριάσματος καί τῆς ἁρμονίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπ΄ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ταιριάζουν τό ἕνα μέ τό ἄλλο καί ὅλα μεταξύ των, διά νά συμπληρώσουν ἕνα ἁρμονικόν σύνολον), διά νά ἀποδείξῃ ὅτι ἠμπορεῖ νά φέρῃ εἰς τήν ὕπαρξιν ὄχι μόνον φύσιν ὁμοίαν πρός Αὐτόν ἀλλά καί τελείως διαφορετικήν ἀπό Αὐτόν. Διότι εἶναι μέν ὅμοια πρός τήν Θεότητα τά πνευματικά ὄντα, τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μόνον μέ τόν νοῦν, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι τελείως διαφορετικά τά ὄντα τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μέ τάς αἰσθήσεις, καί ἀκόμη περισσότερον διαφορετικά ἀπ᾽ αὐτά εἶναι ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶναι τελείως ἄψυχα καί ἀκίνητα.
7. Ὁ νοῦς μέν λοιπόν καί ἡ αἴσθησις, τά ὁποῖα διεχωρίσθησαν κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, παρέμειναν τό καθένα μέσα εἰς τήν φύσιν των καί ἔφεραν ἐντός των τό μεγαλεῖον τοῦ δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοί ἐγκωμιασταί καί μεγαλόφωνοι κήρυκες τοῦ μεγαλουργήματος. Δέν ὑπῆρχε δέ ἀκόμα κράμα καί ἀπό τά δύο, οὔτε κάποια ἕνωσις τῶν ἀντιθέτων, δεῖγμα ἀνωτέρας σοφίας καί τῆς ποικιλίας τῶν φύσεων, οὔτε ἦτο γνωστός ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος. Ἐπειδή δέ ὁ δημιουργός Λόγος αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα ἤθελε νά δείξῃ, καί νά παρουσιάσῃ ἕνα ὄν ἀπό τήν ἕνωσιν καί τῶν δύο (τῆς ἀοράτου δηλαδή καί τῆς ὁρατῆς φύσεως), ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον. Καί ἀφοῦ ἔλαβε μέν ἀπό τήν ὕλην, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἤδη, τό σῶμα, καί ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς αὐτό τήν πνοήν του (τήν ὁποίαν ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοεράν ψυχήν καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ), τόν ἔστησεν ἐπί τῆς γῆς ὡσάν ἄλλον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εἰς τήν μικρότητά του, ὡσάν ἄλλον ἄγγελον, ὡσάν μικρόν προσκυνητήν, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἱερουργόν τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπί τῆς γῆς καί κυβερνώμενον ταυτοχρόνως ἀπό τόν Οὐρανόν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, προσωρινόν καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί ἐννοούμενον, εὑρισκόμενον εἰς τό μέσον μεταξύ μεγαλείου καί ταπεινότητος.τόν ἴδιον πνεῦμα καί σάρκα.
Πνεῦμα πρός χάριν του, καί σάρκα διά νά ἠμπορῇ νά ἐξυψώνεται. Τό μέν ἕνα διά νά ζῇ καί νά δοξάζῃ τόν Εὐεργέτην, τό δέ ἄλλο διά νά ὑποφέρῃ, νά ἐνθυμῆται καί νά διαπαιδαγωγῆται ἀπό τό πάθος του, ἐπιδιώκων νά ἀνυψωθῇ πρός τό μεγαλεῖον. Ὄν τό ὁποῖον διαμένει μέν εἰς τήν γῆν, ἀλλά μεταβαίνει εἰς ἄλλον κόσμον, καί ὡσάν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεός ἀπό τήν ἐπιθυμίαν του πρός Αὐτόν. Διότι εἰς αὐτό, κατά τήν γνώμην μου, ὁδηγεῖ ἡ μετρία λάμψις τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τήν γῆν, εἰς τό νά ἴδωμεν δηλαδή καί νά αἰσθανθῶμεν τήν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνταξία πρός Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς συνέθεσε, καί ὁ Ὁποῖος θά μᾶς διαλύσῃ καί θά μᾶς συνθέσῃ πάλιν κατά τρόπον ἀκόμη πιό ἔνδοξον.
8. Καί τόν ἐτοποθέτησεν εἰς τόν Παράδεισον (ὅποιος καί ἄν ἦτο ὁ Παράδεισος αὐτός), ἀφοῦ τόν ἐτίμησε μέ τό αὐτεξούσιον, διά νά ἀνήκῃ τό ἀγαθόν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θά τό ἐπιλέξῃ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπό ὅσον εἰς Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τά σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τόν ἔκαμε γεωργόν ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδή τῶν θείων ἐννοιῶν, καί τῶν ἁπλουστέρων καί τῶν τελειοτέρων, γυμνόν ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καί τῆς χωρίς πονηρίαν ζωῆς, καί χωρίς κανένα κάλυμμα καί πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νά εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος. Καί τοῦ δίδει τόν νόμον ὡς ἀντικείμενον τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ δέ νόμος ἦτο ἡ ἐντολή ἀπό ποῖα φυτά ἠμποροῦσε νά φάγῃ καί ποῖα δέν θά ἔπρεπε νά ἀγγίξῃ.
Εἰς αὐτά δέ ἀνῆκε τό δένδρον τῆς γνώσεως, τό ὁποῖον οὔτε ἐφυτεύθη ἀπό τήν ἀρχήν μέ κακόν σκοπόν, οὔτε ἀπηγορεύθη ἀπό φθόνον (ἄς μή φθάσουν μέχρις ἐκεῖ αἱ γλῶσσαι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, καί ἄς μήν μιμηθοῦν τόν ὄφιν!), ἀλλ᾽ ἦτο μέν καλόν ἐάν τό ἐδοκίμαζε κανείς εἰς τόν κατάλληλον καιρόν (διότι τό δένδρον, κατά τήν ἄποψίν μου, ἦτο ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἠμποροῦσαν νά πλησιάσουν χωρίς νά κινδυνεύουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελειοποιηθῆ μέ τήν ἄσκησιν), ἀλλά δέν ἦτο καλόν διά τούς ἀδοκιμάστους ἀκόμη καί τούς πιό λαιμάργους ὡς πρός τήν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ σκληρά τροφή δέν εἶναι ὠφέλιμος δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό γάλα. Ἀφοῦ δέ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς παρακινήσεως τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὑπέκυψε σάν πιό ἀδύνατη καί τόν παρεκίνησε καί αὐτόν σάν ἡ πιό κατάλληλη δι᾽ αὐτό (ἀλλοίμονον εἰς τήν ἀδυναμίαν μου! διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ προπάτορος εἶναι καί ἰδική μου), ἐλησμόνησε μέν τήν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δοθῇ.
Ἐνικήθη ἀπό τήν προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν καί ἔτσι ἐξεδιώχθη αὐτομάτως ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς, ἀπό τόν Παράδεισον καί ἀπό τόν Θεόν ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του, καί ἐνεδύθη μέ δερμάτινα ἐνδύματα (πιθανόν μέ τήν πιό βαρειά σάρκα, τήν φθαρτήν καί ἀντίθετον). Καί ὡσάν πρῶτον ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβάνεται τήν καταισχύνην του καί κρύπτεται ἀπό τόν Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι ἀπ᾽ αὐτό: τό ὅτι γίνεται θνητός καί τό ὅτι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία διά νά μήν γίνῃ ἀθάνατον τό κακόν, καί ἔτσι ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι ἐγώ ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός.
9. Ἀφοῦ δέ ἐτιμωρήθη προηγουμένως διά τά πολλά ἁμαρτήματα (ἀπό τά ὁποῖα ἐφύτρωσεν ἡ ρίζα τῆς κακίας) ἀπό διαφόρους αἰτίας καί κατά διαφόρους χρόνους, μέ τόν λόγον, τόν νόμον, τούς προφήτας, τάς εὐεργεσίας, τάς ἀπειλάς, τάς τιμωρίας, τάς πλημμύρας, τάς πυρκαϊάς, τούς πολέμους, τάς νίκας, τάς ἥττας, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανόν , τά σημεῖα ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, μέ τάς ἀνελπίστους μεταβολάς ἀνθρώπων, πόλεων καί λαῶν, πράγματα τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν εἰς τό νά ἐξαφανισθῇ ἡ κακία, ἔχει ἀνάγκην τελικά ἀπό κάποιο ἰσχυρότερον φάρμακον διά τάς φοβερωτέρας ἀσθενείας, τάς ἀδελφοκτονίας δηλαδή, τάς μοιχείας, τάς ἐπιορκίας, τάς ἀνωμάλους ἐπιθυμίας καί τό χειρότερον καί μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρείαν καί τήν μετατόπισιν τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν δημιουργόν εἰς τά δημιουργήματα.
Ἐπειδή δέ εἶχεν ἀνάγκην ἀπό μεγαλυτέραν βοήθειαν, τοῦ δίδεται καί τέτοια: Ἦτο δέ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ μή δυνάμενος νά περιορισθῇ, ὁ ἀσώματος, ἡ Ἀρχή ἡ προερχομένη ἀπό τήν Ἀρχήν, τό Φῶς τό προερχόμενον ἐκ τοῦ Φωτός, ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας καί τῆς ζωῆς, τό ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου κάλλους, ἡ ἀναλλοίωτος σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ ὅρος καί ὁ Λόγος τοῦ Πατρός. Αὐτός εἰσέρχεται εἰς τήν ἰδίαν τήν εἰκόνα Του, ἐνδύεται μέ σάρκα πρός χάριν τῆς σαρκός καί μέ ψυχήν πνευματικήν πρός χάριν τῆς ψυχῆς μου, καθαρίζων ἔτσι τό ὅμοιον μέ τό ὅμοιόν Του. Καί γίνεται κατά πάντα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτίαν, τέλειος ἄνθρωπος (Ἑβρ. 4, 15). Γεννηθείς μέν ἀπό τήν Παρθένον, τῆς ὁποίας καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα εἶχε καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπό τό Πνεῦμα (διότι ἔπρεπε μέν καί νά τιμηθῇ ἡ γέννησις, ἀλλά καί νά προτιμηθῇ ἡ παρθενία), παραμείνας δέ Θεός μετά τήν πρόσληψιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος ἕν ἀπό τά δύο ἀντίθετα, ἀπό τήν σάρκα δηλαδή καί τό Πνεῦμα, ἀπό τά ὁποῖα τό μέν ἕνα ἔκαμε τό ἄλλο Θεόν, ἐνῷ τό ἄλλο ἔγινε Θεός. Ὤ πόσον ἀξιοθαύμαστος εἶναι ἡ νέα ἕνωσις!
Ὤ πόσον παράδοξος εἶναι ἡ σύνθεσις! Ὁ ὑπάρχων δημιουργεῖται, ὁ ἀδημιούργητος πλάθεται, καί ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται διά μέσου τῆς νοερᾶς ψυχῆς, ἡ ὁποία μεσιτεύει εἰς τήν Θεότητα καί διά μέσου τῆς ὑλικῆς φύσεως τῆς σαρκός. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τόν πλοῦτον, γίνεται πτωχός.διότι γίνεται πτωχός κατά τό ὅτι παίρνει τήν σάρκα μου διά νά γίνω ἐγώ πλούσιος μέ τήν θεότητά Του. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος ἀδειάζει.διότι ἀδειάζει ἀπό τήν δόξαν Του δι᾽ ὀλίγον καιρόν, διά νά γευθῶ ἐγώ τήν πληρότητά Του. Ποῖος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Ποῖον εἶναι τό μυστήριον τό ὁποῖον μέ περιβάλλει; Ἔλα