Κείμενα Εκκλησιαστικής Ραδιοφωνίας
Ὁ ραδιοφωνικός σταθμός ὡς μέσο ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων.
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Μακαρίου Γρινιεζάκη
Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικός ραδιοφωνικός σταθμός εἶναι ἕνα μέσο ἐπικοινωνίας. Οἱ δυνατότητες πού παρέχει στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀξιοσημείωτες διότι πέρα ἀπό τή διακήρυξη τοῦ λόγου της καί τῆς διδασκαλίας της, τῆς δίδει τή δυνατότητα νά μεταφέρει αὐτό τό λόγο καί τή διδασκαλία σέ πολλούς ἀνθρώπους ταυτόχρονα, πάνω ἀπό τίς θάλασσες, τούς κάμπους, τά βουνά, τίς πλατεῖες ἀλλά καί σέ κάθε σπίτι τῶν θυρῶν κεκλεισμένων. Κάθε κλειστή πόρτα, εἶναι μία πρόσκληση γιά τήν Ἐκκλησία νά φέρει Χριστό. Ἐάν ὑπάρχει τό ραδιόφωνο καί μία ὀργανωμένη ἐποικοδομητική ἐκπομπή, τά λόγια του Εὐαγγελίου θά διαρρίξουν τίς πόρτες καί τίς ψυχές καί θά φέρουν τό φῶς τῆς παρηγοριᾶς. Καί εἶναι τόσες πολλές οἱ κλειστές πόρτες, πού καμμία ἀνθρώπινη δυνατότητα δέν μπορεῖ νά τίς ἀνοίξει ταυτόχρονα. Μόνο τό ραδιόφωνο μπορεί [1].
Τήν ὥρα πού κάποιοι μιλοῦν στό ραδιόφωνο, ἐπικοινωνοῦν μέ τόν ἀκροατή, ὁ ὁποῖος συνήθως εἶναι σέ διαφορετικό γεωγραφικό χῶρο. Αὐτή ἡ δυνατότητα ἐπικοινωνίας μας ἐντάσσει ὅλους στήν διαδικασία νά πιστέψουμε ὅτι ἀνήκουμε σέ μία ἀπέραντη οἰκογένεια, μέ κοινό πατέρα καί μέ ἀδελφούς καί ἀδελφές ὅλα τά πρόσωπα πού εἶναι γύρω μας. Ἐξάλλου ἡ μέγιστη συνεισφορά τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου γιά ἕναν καλύτερο κόσμο εἶναι ὅτι καταφέρνει νά πληροφορήσει τόν ἄνθρωπο γιά ἰδέες ἄλλων ἀνθρώπων καί νά δώσει τή δυνατότητα σέ ὅποιον τό ἐπιθυμεῖ νά ἀκούσει τόν κόσμο.
Ἡ θαυμαστή αὐτή κατάργηση τῶν γεωγραφικῶν, κοινωνικῶν, ἀκόμη καί τῶν ψυχολογικῶν ἀποστάσεων, μέσω τῆς ραδιοφωνίας ἀλλά καί τῶν ἄλλων Μ.Μ.Ε. φαίνεται ὅτι τελικά εἶναι τό στοίχημα τῆς ἐποχῆς. Ὅλοι μποροῦν νά εἶναι παντοῦ, ὅλοι μποροῦν νά κάνουν τά πάντα. «Ἀρκεῖ νά γνωρίζουν τό πώς. Αὐτό τό πώς εἶναι ἡ πρόσβαση, ἡ ἔγκαιρη πρόσβαση, στήν πληροφορία. Οἱ φτωχοί του αὔριο δέν θά εἶναι οἱ οἰκονομικά καί κοινωνικά ἐνδεεῖς, ἀλλά οἱ ἀπληροφόρητοι, οἱ ἀμύητοι στίς τεχνολογικές δυνατότητες. Ὅσοι δέν θά μποροῦν νά παρακολουθήσουν τό ρυθμό τῶν ἀλλαγῶν καί νά ἀντέξουν τό ἐπείγον» [2].
Ἡ ἐπικοινωνία, συνεπῶς, πού γιά τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι μία πράξη πίστεως, γίνεται ἕνας τρόπος ζωῆς πού μᾶς βοηθᾶ νά βγαίνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, νά συνειδητοποιοῦμε καλύτερα τά νοήματα τῆς ζωῆς, νά ἀκοῦμε καί τήν ἄλλη ἄποψη, νά καλλιεργοῦμε περισσότερο τή σκέψη μας καί νά προσεγγίζουμε μέ ἀγάπη τόν συνάνθρωπο. Καί γνωρίζουμε ὅλοι μας, ὅτι ὁ ἰδανικότερος τρόπος ζωῆς εἶναι νά εὑρίσκεται ὁ ἄνθρωπος σέ ἐπικοινωνία μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο.
Ἐξάλλου στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ὅταν μιλοῦμε γιά σχέση ἑνώσεως καί συνοχῆς τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν ἀναφερόμαστε στό τί συνιστᾶ τό Θεό, ἀλλά περισσότερο στόν τρόπο ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, πού ἀποτελεῖ πρότυπο ὕπαρξης καί γιά τούς ἀνθρώπους. Ἡ δυνατότητα κοινωνίας καί ἀγάπης τῶν τριῶν θεϊκῶν προσώπων ἐπεκτείνεται καί στήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση. Ἡ «ἐπικοινωνία» εἶναί ἕνα ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό του ἀνθρώπου μία καί ὁ ἄνθρωπος εἶναί «κοινωνικό ὄν» [3].
Ὁ Μέγας Βασίλειος μιλόντας γιά τή δύναμη τῆς ψυχῆς ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ σπουδαιότερη εἶναι ἡ ἀγαπητική, πού ἐκφράζεται ὡς τάση ἐπικοινωνίας μέ τόν συνάνθρωπο καί κυρίως ὡς τάση καί ἀκατανίκητη ἔλξη πρός τό Θεό. Αὐτή ἡ τάση πολλές φορές ἀποβαίνει πόθος ψυχῆς δριμύς καί ἀφόρητος. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἀρκεῖταί στά στενά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς του. Τείνει πρός τά ἔξω, στήν αὐθυπέρβαση [4]. Τά παραπάνω συνοψίζονται στά λόγια του: «τίς οὐκ οἶδεν ὁτί ἥμερον καί κοινωνικόν ζῶον ὁ ἄνθρωπος, καί οὐχί μοναστικόν, οὐδέ ἄγριον. Ὁὐδέν γάρ οὐτος ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῖν ὡς τό κοινωνεῖν ἀλλήλοις καί χρήζειν ἀλλήλων, καί ἀγαπᾶν τό ὁμόφυλον» [5].
Συνεπῶς, ἡ ἐπικοινωνία εἶναι τό μεγάλο προνόμιο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου καί ἡ πολύτιμη εὐκαιρία πού δίδει στούς ἀκροατές του. Ἰδιαίτερα γιά τήν ἐποχή πού ζοῦμε ἡ ἐπικοινωνία καταφέρνει ἕνα ἐπιπλέον θετικό: νά ὑπερνικήσει τή μοναξία καί τήν κατάθλιψη. Εἶναι ἴσως ἡ μεγαλύτερη πληγῆ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου ἡ κατάθλιψη καί ἡ μοναξιά. Μέσα στόν πολυπληθῆ καί πολυκατοικημένο κόσμο μας, ὁ σημερινός ἄνθρωπος νιώθει ἔντονα τήν ἀπομόνωσή του, τόσο ἔντονα ὅσο ποτέ.
Ἡ ἐπικοινωνία εἶναι βασικά μία πράξη πίστεως γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. «Καί ἡ ραδιοφωνική γέφυρα εἶναι ὁ τόπος, πού μπορεῖ καθένας μ’ ἐμπιστοσύνη, ν’ ἀκούσει τίς καθοδηγητικές παραστάσεις τῆς πίστεως αὐτῆς, πού βοηθοῦν στό σχηματισμό ζωντανῆς προσδοκίας. Μέ εὐλυγισία καί ἀκούραστο θέλγητρο, ἡ γέφυρα αὐτή ἐπικοινωνίας, δίχως τυμπανοκρουσίες, δημιουργεῖ τό ἐνδιαφέρον γιά μία ἄλλη χώρα, μέ μαγεία πνευματική. Τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ» [6].
Ἡ διατήρηση καί διαφύλαξη τῆς ἀλήθειας
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Μακαρίου Γρινιεζάκη
Ἡ φράση «τό ἄκουσα στό ράδιο», πολύ γνωστή καί οἰκεία σέ ὅλους μας, σήμαινε δυό πράγματα. Καταρχάς ὅτι ἡ πληροφορία ἦταν ἀληθινή, ἀφοῦ ὁ δημοσιογράφος δέ θά ἔβγαζε τίποτα στόν ἀέρα, ἄν δέν ἦταν ἀληθινό. Καί δεύτερον ὅτι ὑπῆρχε μία σχέση μεταξύ ἀκροατή καί ραδιοφώνου. Σχέση ἐμπιστοσύνης καί ἐκτίμησης, σχέση σεβασμοῦ καί εἰλικρίνειας. Τό ἐρώτημα πού τίθεται σήμερα εἶναι ἄν αὐτή ἡ σχέση ἔχει διατηρηθεῖ καί ἄν οἱ δημοσιογράφοι βγάζουν στόν ἀέρα ὅ,τι εἶναι ἀληθινό.
Κατά κοινή ὁμολογία τά Μ.Μ.Ε. σήμερα δέν παρουσιάζουν τήν ἀλήθεια, ἀλλά δημιουργοῦν τήν δική τους ἀλήθεια. «Μιλοῦμε καθημερινά γιά κρίση τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας, τοῦ πολιτισμοῦ καί δέν προσέχουμε πώς τά Μ.Μ.Ε. κάποιες φορές διπλασιάζουν ἤ πολλαπλασιάζουν αὐτές τίς κρίσεις, ἀφοῦ εἶναι εἴτε ἀναπαραγωγοί τῆς πραγματικότητας εἴτε, στή χειρότερη περίπτωση, κατασκευαστές της» [7]. Γι’ αὐτό καί ὑπάρχει μία ἐσωτερική ἀντίφαση τῆς πραγματικότητας τῶν παρουσιαστῶν, ἰδιαιτέρως δέ στό τηλεοπτικό σύστημα.
Πιό συγκεκριμένα, στά ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα διακρίνουμε δυό ἤ καί περισσότερα μηνύματα πρός τούς ἀποδέκτες, πράγμα τό ὁποῖο δηλώνει ἀναλήθεια καί σύγχυση. Τό ἕνα εἶναι φανερό καί συνειδητό, τό ἄλλο ὅμως εἶναι λανθάνον καί ἀσυνείδητο. Αὐτά τά δυό μηνύματα ἐνδέχεται νά ἀντιμάχονται ἄλληλα καί νά εἶναι ριζικῶς διαφορετικά μεταξύ τους. Γιά νά συνειδητοποιήσουμε αὐτή τήν πραγματικότητα, ἄς ἀναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Ἕνα ρεπορτάζ ἐναντίον τοῦ καταναλωτισμοῦ παρουσιάζεται ἀπό μία πολύ περιποιημένη γυναίκα, πού φοράει ἀκριβά ροῦχα καί πολύτιμα κοσμήματα. Κάποιοι πολιτικοί συζητοῦν στό ραδιόφωνο σέ ἔντονους τόνους γιά τήν ἀνάγκη ὁμόνοιας καί συναινέσεως. Σέ κάποιο ἄλλο ραδιόφωνο γίνεται μία ἐκπομπή μέ ἔντοντες ἐπικρίσεις ἐναντίον τῶν βιασμῶν καί τῆς πορνείας. Ἡ ἐκπομπή ὅμως διακόπτεται ἀπό αἰσθησιακές διαφημίσεις. Οἱ ἐσωτερικές αὐτές ἀντιφάσεις τοῦ ραδιοτηλεοπτικοῦ συστήματος σπανίως γίνονται ἀντιληπτές λόγω τῆς γενικῆς ἀποσπασματικότητας πού χαρακτηρίζει τή σημερινή ζωή μας [8].
Ἀκόμα ἕνα παράδειγμα σχετικό μέ τήν κατασκευασμένη πραγματικότητα. Ἡ διαστρέβλωση τῶν γεγονότων τῆς Βοσνίας ἀπό τά διεθνῆ εἰδησεογραφικά καί τηλεοπτικά κανάλια καί ἡ δημιουργία ὑστεριῶν καί ψυχώσεων κατά τῶν Σέρβων ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας εἶναι μία ἐπαρκής ἀπόδειξη συστηματικῆς παραπληροφόρησης καί ἐξυπηρέτησης ἄλλων ἐπιδιώξεων [9].
Ἐδῶ τίθεται τό ζήτημα τῆς διατήρησης τῆς ἀλήθειας σέ ὅσα λέγονται στά δελτία τῶν εἰδήσεων. Εἶναι γεγονός ὅτι τά δελτία τῶν εἰδήσεων μέ τόν τρόπο πού παρουσιάζονται σήμερα προκαλοῦν πραγματικά φρίκη. Πάντοτε μέ τό κατάλληλο μουσικό ὑπόστρωμα, πού συνήθως εἶναι requium μουσική, δίδουν μία ἀσυνήθιστη βαρύτητα στά γεγονότα. Ἔτσι, ἡ εἰδησιογραφία σήμερα περισσότερο τρομοκρατεῖ παρά ἐνημερώνει. Οἱ ρεπτόρτερς εἶναι μέσα στά πράγματα κάνοντας τήν προσωπική τους αὐτοψία. Ἄν μεταδίδεται μία καταστροφή λόγω τῶν ξαφνικῶν νεροποντῶν, τότε ὁ δημοσιογράφος θά παρουσιαστεῖ μέ ἀδιάβροχο καί ὀμπρέλα στό πιό πλημμυρισμένο σημεῖο τῆς περιοχῆς. Τό πλάνο θά εἶναι ἀποκαρδιωτικό καί θά προκαλεῖ τόν οἶκτο. Ἄν πάλι συνέβη κάποιο στυγερό ἔγκλημα, τότε θά πρέπει νά παρουσιαστεῖ στούς τηλεοπτικούς δέκτες καί λίγο αἷμα, γιά νά φανεῖ πιό πραγματικό τό γεγονός.
Στό ραδιόφωνο, πού δέν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα προβολῆς εἰκόνας, ὁ λόγος γίνεται πιό πολύπλοκος. Παρουσιάζεται τό γεγονός μέ περιττά σχόλια, μέ συνεντεύξεις, μέ κρίσεις, μέ τίς μαγνητοφωνημένες φωνές τῶν ἐμπλεκομένων, μέ προσωπικές καί ὑποκειμενικές προσθῆκες. Ἡ εἰκόνα τοῦ γεγονότος, πού ἐκπέμπεται πρός τά ἔξω εἶναι συνήθως ἐπεξεργασμένη καί μονταρισμένη, ὄχι πάντως φυσική. Ὅμως δέν ξέρουμε ἄν ὅλη αὐτή ἡ εἰκόνα πραγματικά ἐκπροσωπεῖ τήν ἀλήθεια, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι μαρκιά καί πέρα ἀπό κάθε ὑποκειμενισμό.
Στόν ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἐκκλησίας ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν δελτία εἰδήσεων καθώς καί ἄλλες ἐνημερωτικές ἐκπομπές. Ἡ ὕπαρξη τῆς σωστῆς ἐνημέρωσης ἦταν καί εἶναι μία ἀπαίτηση τῶν ἀκροατῶν του, οἱ ὁποῖοι δέν ἐπιθυμοῦν νά ἀλλάζουν συχνότητα, προκειμένου νά ἐνημερώνονται γιά τήν ἐκκλησιαστική, πολιτική, κοινωνική, ἐπιστημονική, ἀστυνομική καί ὑπόλοιπη εἰδησεογραφία. Ὁπωσδήποτε τό ἐκκλησιαστικό ραδιόφωνο δέν διεκδικεῖ τήν ταχύτητα τῶν ἄλλων ραδιοσταθμῶν στήν ἐνημέρωση, ὅμως αὐτό δέν εἶναι καί στούς στόχους καί στίς προθέσεις του. Αὐτό πού πραγματικά ἐπιδιώκεται εἶναι νά προσφέρεται ἡ ἐνημέρωση στούς ἀκροατές ἁπλά καί γνήσια οὕτως ὥστε νά εἶναι μέσα στόν κόσμο, κοντά στόν ἄνθρωπο, ἀλλά παράλληλα νά εὑρίσκονται μακριά ἀπό τά κοσμικά καί τά ἀνθρώπινα.
Ὡστόσο, μέσα στήν ἀναλήθεια πού γενικά ἐπικρατεῖ καί στόν ἀνέντιμο ἀγῶνα κατασκευῆς τῆς πραγματικότητας, ὁ λόγος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου ἐπιδιώκει νά εἶναι ἀληθινός. Ἀπώτερος στόχος του εἶναι νά διαφυλάττει τήν ἀλήθεια καί νά παρουσιάζει τήν πραγματικότητα χωρίς συμβιβασμούς καί ἰδιοτέλεια. Εἶναι σημαντικό ὅτι στά δελτία εἰδήσεων τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στίς ὑπόλοιπες δημοσιογραφικές ἐκπομπές, δίδεται μία σαφής καί ὅσο τό δυνατόν ἀνεπεξέργαστη εἰκόνα τῆς σύγχρονης ἐπικαιρότητας, χωρίς περιττά σχόλια καί κενοφωνίες, δίχως ἐπεξεργασία τῶν παρουσιαζομένων, δίχως καμιά προσωπική ἤ ὑποκειμενική προσθήκη. Παρουσιάζεται ἡ ἐπικαιρότητα ὡς γεγονός: ἀσχολίαστα καί ἀντικειμενικά. Διότι ταλαιπωρεῖται σήμερα ἡ ἀκοή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά περιττά σχόλια, πού προσπαθοῦν νά ἐντυπωσιάσουν, νά ὁδηγήσουν σέ συγκεκριμένες θέσεις καί κρίσεις, καί πού πολλές φορές καταντοῦν, ἀντί νά πληροφοροῦν, νά παραπληροφοροῦν. Ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Ἐκκλησίας προσπαθεῖ νά δώσει τό γεγονός καί νά ἀφήσει τόν ἀκροατή νά κρίνει.
Ἡ διαφήμιση τοῦ κενοῦ
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Μακαρίου Γρινιέζακη
Εἶναι γεγονός ὅτι τά Μ.Μ.Ε., ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά, στηρίζονται ἐν πολλοίς σέ διαφημίσεις, οἱ ὁποῖες κατέχουν ἀρκετό ἀπό τό χρόνο τῶν τηλεοπτικῶν καί ραδιοφωνικῶν προγραμμάτων ἤ ἀκόμα κερδίζουν πολύ χῶρο στίς σελίδες μίας ἐφημερίδας ἤ ἑνός περιοδικοῦ ἀντίστοιχα. Αὐτό ὁπωσδήποτε ἔχει τήν ἑρμηνεία του, ἡ ὁποία εἶναι οἰκονομικῆς κυρίως φύσεως.
Ἡ διαφήμιση εἶναι πρωτίστως δεῖγμα τοῦ ἄκρατου καταναλωτισμοῦ καί καπιταλισμοῦ, πού ἐπικρατεῖ στίς σημερινές κοινωνίες. Μέ τίς διαφημίσεις προβάλλονται πράγματα πού κυρίως ἀποσκοποῦν στό νά εὐφράνουν κάθε γωνιά αἰσθήσεως: ἀπό τίς σωματικές μέχρι καί τίς πνευματικές. Καταβάλλεται προσπάθεια στό νά πεισθοῦν οἱ ἀκροατές ἤ οἱ τηλεθεατές νά ἀγοράσουν κάποιο προϊόν. Γι’ αὐτό τά διαφημιζόμενα προϊόντα παρουσιάζονται μέ τήν κατά τό μέγιστο δυνατό καλύτερη εἰκόνα ἤ ποιότητα, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως πολλές φορές δέν ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα.
Ὡστόσο, πέρα ἀπό τήν καταναλωτική συνήθεια στήν ὁποία εἰσάγεται ὁ ἄνθρωπος, ἡ πληθώρα τῶν διαφημίσεων ὤθησε σέ ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς καί σέ μίαν ἄλλη φιλοσοφία. Ὤθησε στήν ἐσωστρέφεια τοῦ ἀνθρώπου, σέ τέτοιο βαθμό ὅσο δέν ὑπῆρχε ποτέ. Θέλουμε νά ἀποκτήσομε τά δικά μας πράγματα. Νά ἀγοράσουμε ἀκόμα καί αὐτά πού δέν μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Νά τά δοκιμάσουμε ὅλα, ὄχι ἐπειδή δέν περνοῦμε καλά ἤ ἐπειδή μας λείπει κάτι, ἀλλά διότι, ἐνῶ τά ἔχουμε ὅλα, νιώθουμε στερημένοι. Εἶναι χαρακτηριστική αὐτή ἡ νοοτροπία, πού κυρίως μπορεῖ νά τή διακρίνει κανείς στά μικρά παιδιά. Τό κάθε παιδί σήμερα ἔχει δεκάδες παιχνίδια σέ σύγκριση μέ τά παλαιότερα χρόνια, πού τά παιχνίδια γιά τά παιδιά ἦταν ἐλάχιστα ἤ καί ἀνύπαρκτα. Ὅμως τό σημερινό παιδί, παρ᾽ ὅλο πού ἔχει δεκάδες παιχνίδια, ὅταν δέν ἔχει καί τό συγκεκριμένο παιχνίδι, αὐτό πού διαφημίζεται καί πού ἔχει τό παιδί τοῦ διπλανοῦ διαμερίσματος, νιώθει πραγματικά στερημένο.
Εἶναι λοιπόν σαφές πώς ἡ διαφήμιση ἐπιδρᾶ καταλυτικά στίς συνειδήσεις μας, μέ τήν ὡραιοποίηση τῶν πραγμάτων καί τήν μυθοποίηση τῶν νοημάτων, κάτι τό ὁποῖο δέν ἐπιδιώκει ἡ Ἐκκλησία. Παρουσιάζονται, ὄχι βέβαια πάντοτε ἀλλά κατά τό πλεῖστον, τά μή ὡραῖα ὡς ὡραῖα, τά δυσάρεστα καί ἐπικίνδυνα ὡς εὐχάριστα, τά ἀκριβά ὡς ἰδανικές εὐκαιρίες γιά ἀγορά, τά πραγματικά ὄμορφα ταπεινώνονται, ἐνῶ τά ἄσχημα ὀμορφοποιοῦνται, οἱ παραδοσιακές ἀξίες ἀποϊεροποιοῦνται καί οἱ νέες τακτικές ἱεροποιοῦνται, τά παιχνίδια ἀνάγονται σέ σύμβολα παιδαγωγικῆς καί ὄχι σέ μέσα χαρᾶς, τά ἀνίσχυρα προβάλλονται ὡς ἰσχυρά, μεγάλες ἀξίες, ὅπως ἡ ἀγάπη, ἡ ἐπιτυχία, ἡ ἐπιβολή, ἡ ἐλευθερία, ἡ ποικιλία, ἡ ἐναλλαγή καί ἄλλα παρόμοια στίς πιό ἐπεξεργασμένες τους ἐκφάνσεις παρουσιάζονται ὡς πολιτισμός.
Ὅλα αὐτά ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀποπροσανατολίζουν καί νά μπερδεύουν τόν ἄνθρωπο. Νά τόν ἀποπροσανατολίζουν καί νά τόν μυοῦν σέ ἕνα λανθασμένο τρόπο σκέψεως. Αὐτό τελικά ἐπιτυγχάνεται μέ τή διαφήμιση τοῦ κενού [10]. Οὐσιαστικά ἡ διαφήμιση ὀφείλει νά προτάσσει κάτι τό καινό, τό καινούργιο. Καταντᾶ ὅμως πολλές φορές νά προτάσσει κάτι τό κενό, τό κούφιο.
Ἕνα ἀπό τά βασικά σημεῖα γιά τό ὁποῖο τό ἐκκλησιαστικό ραδιόφωνο ξεχωρίζει εἶναι ὅτι δέν ἔχει διαφημίσεις. Καί ἄν ἔχει κατ’ ἐξαίρεση, αὐτές θά εἶναι παρουσιάσεις βιβλίων, πού ἀποσκοποῦν νά μυήσουν τόν ἀκροατή στήν μελέτη πνευματικῶν ἔργων. Μάλιστα ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης, γιά τίς ὅποιες παρουσιάσεις βιβλίων πραγματοποιεῖ, οὐδέποτε ζήτησε ἤ ἔλαβε χρήματα, γιά τόν λόγο ὅτι οἱ οἰκονομικές συναλλαγές καί ἡ φιλοσοφία τῆς διαφήμισης πρέπει νά εἶναι ξένη πρός τό χῶρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου.
Πέραν τούτου, αὐτό τό ὁποῖο εὐαγγελίζεται ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι τό καταναλωτικό πνεῦμα, οὔτε ἡ ἄνεση καί ἡ εὐδαιμονία. Ἀντιθέτως κηρύττει Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον, πράγμα πού συνεπάγεται θλίψη, ἀγώνα καί ἄσκηση. Ἀντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ὅτι ἡ παρουσίαση προϊόντων, ἀκόμα καί ἀναγκαίων, ἤ ἡ προσπάθεια ὡραιοποίησης τῶν πραγμάτων ἤ ἡ προβολή παραγώγων μέ τήν κατά τό μέγιστο δυνατό καλύτερη εἰκόνα δέν συνάδει μέ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τό χριστιανό εἶναι σημαντικό νά χαίρεται τή ζωή του, ὄχι ὅμως μέ τήν ἐξάρτησή του ἀπό τά πράγματα πού προβάλλονται ἀπό τά Μ.Μ.Ε., ἀλλά μέ τό νά βάλει τό Θεό στή ζωή του καί μέ τό νά βρεῖ τήν ὑπόστασή του καί τήν ταυτότητά του.
Ὅταν παρουσιάζονται τά μή ὡραῖα ὡς ὡραῖα, τά δυσάρεστα ὡς εὐχάριστα, τά ἀκριβά ὡς ἰδανικές εὐκαιρίες γιά ἀγορά, ὅταν ἀκόμη τά πραγματικά ὄμορφα ταπεινώνονται ἐνῶ τά ἄσχημα ὀμορφοποιοῦνται, οἱ παραδοσιακές ἀξίες ἀποϊεροποιοῦνται καί οἱ νέες τακτικές ἱεροποιοῦνται, τότε ζοῦμε σέ ἕνα συνεχές ψέμμα, ἀφοῦ δημιουργοῦμε μία ψεύτικη εἰκόνα τῶν πραγμάτων μέσα μας. Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ ραδιοφωνικός της σταθμός προβάλλει καί προασπίζεται τήν ἀλήθεια. Διότι δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἀληθινό καί πιό ὄμορφο ἀπό τό γνήσιο καί τό πραγματικό.
Ὡστόσο, ἐκμεταλευόμενοι τό διαφημιστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας καί τῶν Μ.Μ.Ε. κάλιστα θά μπορούσαμε κι ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία νά διαφημίσουμε μέ ἱκανοποίηση καί ἐπάρκεια ὅλες τίς πνευματικές ἐπιθυμίες καί τίς ψυχικές ὠφέλειες τόσο, ὅσο καί οἱ διαφημιστές τῶν προϊόντων. «Έχετε δοκιμάσει τό Θεό;» Αὐτό θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει μία πρόκληση γιά τούς ἀκροατές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου. Ἔστω καί ὡς ἁπλό ἐρώτημα μπορεῖ νά βάλει κάποιους στή διαδικασία νά προσπαθήσουν νά ἀπαντήσουν.
[1] Φερούση Δημητρίου, όπ. π., σελ. 18.
[2] Σταθοπούλου Θεώνη, “Τό βλέμμα πού κοιτάζει…”. Περιοδικό Σύναξη, Τεύχος 50, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 1994, σελ. 55.
[3] Zizioulas Ioannis Metropolitan of Pergamos. The Doctrine of the Holy Trinity: The Significance of the Cappadocian Contribution Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act. Christoph Schwobel ed. Edinburgh: T&T Clark, 1995:56.
[4] Ὀλυμπίας Παπαδοπούλου-Τσανάρα, «Ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», Ἀνάλεκτα Βλατάδων 7, Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 165.
[5] Μεγάλου Βασιλείου, «Ὅροι Κατά Πλάτος, Ἐρώτησις 2,3». PG. 31:909-917.
[6] Φερούση Δημητρίου, όπ. π., σελ. 25.
[7] Προλογικό. Περιοδικό Σύναξη, Τεῦχος 50, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 1994, σελ. 3.
[8] π. Βασιλείου Θερμοῦ, “Καί μέ φῶς καί μέ θάνατον…”. Περιοδικό Σύναξη, Τεῦχος 50, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 1994, σελ. 34.
[9] Κοροβήλα Κυριάκου, ὅπ.π., σελ. 7.
[10] Καστρινάκη Γεωργίου, ὅπ.π., σελ. 49.