Ιστορία Εκκλησιαστικού Ραδιοφώνου
Ἱστορική ἀνασκόπιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ραδιοφωνίας
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Μακαρίου Γρινιεζάκη
Ἡ ἀγωνία τῆς Ἐκκλησίας [1] νά μεταδώσει τό λόγο τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ζωντανή καί ἀένναη. Ἄλλωστε μία ἀπό τίς τελευταῖες παρακαταθῆκες τοῦ Χριστοῦ, πρίν ἀναληφθεῖ στούς οὐρανούς ἦταν τό: «Μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» [2]. Ἦταν ἕνα μήνυμα γιά τά καλά νέα πού ἔπρεπε νά φθάσουν σέ κάθε γωνιά τῆς γῆς καί νά ἀκουστοῦν ἀπό κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, οὕτως ὥστε νά δίδεται ἡ εὐκαιρία σωτηρίας σέ ὅσους πραγματικά τό ἐπιθυμοῦσαν.
Πολλοί τρόποι θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιηθοῦν γιά τό σκοπό αὐτό. Ἔπρεπε ὅμως κατά καιρούς καί ἀνάλογα μέ τά κοινωνικά δεδομένα ἡ Ἐκκλησία νά ἀποφασίσει ποιός τρόπος θά ἦταν ὁ ἀποτελεσματικότερος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία τά χρόνια τῶν διωγμῶν κήρυξε μέ τό μαρτύριο. Μετά τούς διωγμούς, πού ἄρχισε νά ἀντιμετωπίζει τόν πειρασμό τῆς ἀνέσεως, κήρυξε μέ τόν μοναχισμό. Στά χρόνια τῶν αἱρέσεων κήρυξε μέ τήν φλογερή διδασκαλία καί τή γραφή τῶν συγγραμμάτων. Στά μετέπειτα χρόνια μέ τή χρήση τῆς τυπογραφίας. Στά νεώτερα χρόνια καθαρή σκέψη καί λίγη ἔρευνα ἔδειξαν ὅτι πέρα ἀπό τόν ἄμβωνα τοῦ Ναοῦ ὑπάρχει καί ἄλλος ἄμβωνας, ἐκτός τοῦ Ναοῦ, πού θά μποροῦσε νά ἐκπέμψει τό «σῆμα τῆς ἀγάπης». Αὐτός ὁ ἄμβωνας ἦταν τό ραδιόφωνο.
Γενικότερα τό πρῶτο ἔναυσμα γιά τήν ἐκκλησιαστική ραδιοφωνία τό ἔδωσε τό Βατικανό, ὅταν τό 1957 ἐγκαινίασε ἕναν ἀπό τούς μεγαλύτερους πομπούς, γιά τήν μετάδοση πλούσιων θρησκευτικῶν προγραμμάτων [3]. Αὐτό ὁπωσδήποτε δέν ἄφησε ἀνεπηρέαστη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία θεώρησε ἀτόπημα νά μή διαθέτει οὔτε ἕνα ἡμίωρο τήν ἑβδομάδα στούς δεκαπέντε ραδιοφωνικούς σταθμούς πού εἶχε τότε ἡ Ἑλληνική ἐπικράτεια. Ἄν καί μεμονωμένα, καί ἀνοργάνωτα ἐν πολλοῖς, ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε σιγά σιγά νά ἐκμεταλεύεται τήν παρουσία τῶν κατά τόπους ραδιοφωνικῶν σταθμῶν.
Πάρα πολλοί ἦταν οἱ Ἀρχιερεῖς σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, πού ἀπό τούς ραδιοσταθμούς τῆς ἐπαρχίας τους μετέδιδαν διάφορα μηνύματα καί ἐκπομπές μέ καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο. Παράλληλα δέν μπορεῖ νά μήν ὑπογραμμιστεῖ καί ἡ ἰδιωτική προσπάθεια πού ἔγινε, ἡ ὁποία ὄντως ἦταν ἀξιόλογη. Οἱ προσπάθειες αὐτές πραμγατοποιήθηκαν ἀπό θεολόγους, λογοτέχνες, εὐλαβεῖς δημοσιογράφους ἀκόμα καί ἀπό τίς χριστιανικές ὀργανώσεις πού κατά τήν δεκαετία τοῦ 60 ἦταν στό ἀπόγειό της κοινωνικῆς τους προσφορᾶς.
Σημαντική στήν ὅλη πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ραδιοφωνίας ἦταν ἡ συμβολή τῶν σταθμῶν τῶν Ἐνόπλεων Δυνάμεων τῆς χώρας. Ἡ πρώτη προσπάθεια ἀρκέστηκε βασικά στή μετάδοση τῆς Κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας καί σέ ἀναμεταδόσεις ἄλλων μεγάλων πανηγυρικῶν ἑορτῶν. Ἡ διάθεση ὅμως γιά κάτι πιό οὐσιαστικό ἦταν ἀξιέπαινη καί κάποτε ἄριστη.
Τό Ἐθνικό Ἵδρυμα Ραδιοφωνίας λιγώτερο, καί τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ περισσότερο, βοήθησαν σέ σοβαρές προσπάθειες, πού εἶχαν μάλιστα εὐεργετικά ἀποτελέσματα. Τό μειονέκτημά τους ἦταν μόνο ὅτι δέν εἶχαν χρονική συνέπεια. Κι ἀκόμη ὅτι δέν ὑπῆρχε ἕνας προγραμματισμός καί ἕνας συντονισμός. Αὐτή ἡ προχειρότητα ἐνοχλοῦσε τήν Ἐκκλησία. Ἔτσι τό 1960 ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δημιούργησε τούς δικούς της ραδιοθαλάμους γιά νά ἠχογραφοῦνται προγράμματα θησκευτικοῦ καί ἐθνικοῦ περιεχομένου. Αὐτά τά προγράμματα εἶχαν γενικό τίτλο «Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς» καί μεταδίδονταν ἀπό ὅλους τούς ραδιοφωνικούς σταθμούς τῶν Ἐνόπλεων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος.
Οἱ ραδιοφωνικές ἐκπομπές τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, 52 περίπου γιά κάθε μήνα, μετέδιδαν γιά πρώτη φορά στή ραδιοφωνική ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, μέ ἐπίσημο τρόπο τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας, πού περιελάμβανε ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις, χριστιανική ποίηση, συνεντεύξεις καί ἐκκλησιαστικό ρεποτράζ, θεατρικά ἔργα καί κυρίως ἐπικοδομητικές ὁμιλίες.
Ἀπό τό 1960, πού ἄρχισε ἁδρά νά λειτουργεῖ ἡ ἰδιαίτερη αὐτή ὑπηρεσία τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας μέ τόν τίτλο «Ραδιοφωνική Ὑπηρεσία» μέχρι καί τό τέλος τοῦ 1965, μεταδόθηκαν 95 περίπου θεατρικά ἔργα καί 2060 περίπου ἐκπομπές, οἱ ὁποῖες κάλυψαν 545 περίπου ραδιοφωνικές ὧρες. Ὁ ἀπολογισμός γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς ἦταν σημαντικός, ἀλλά ἀκόμη σημαντικότερο ἦταν τό ὅτι εἶχε πλέον δημιουργηθεῖ μία προπαιδεία στήν ἐκκλησιαστική ραδιοφωνία καί μία σχετική ἐμπειρία, τήν ὁποία ἀργότερα χρησιμοποίησε ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία ὡς μία βάση ὑποδομῆς, γιά νά ἱδρύσει τόν αὐτόνομο ραδιοφωνικό της σταθμό.
Πέρα ἀπό τά ὅρια τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κέντρου ἀξιολογῆ ἦταν ἡ προσπάθεια τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου, ὁ ὁποῖος τό 1965 ἵδρυσε ἰδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἐκκλησίας. Ἀξίζει μάλιστα νά σημειωθεῖ ὅτι ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσημη προσθάθεια, πού ἔγινε, μιά καί ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Μητροπόλεως Κρήτης τότε, ἦταν ὁ πρῶτος αὐτόνομος, ἰδιωτικός, ἐκκλησιαστικός ραδιοφωνικός σταθμός πού ἱδρύθηκε στήν Ὀρθοδοξία! Ἡ ἄδεια δόθηκε ἀπό τό Ὑπουργεῖο Συγκοινωνιών, ἀπό τόν τομέα τῆς Γενικής Διεύθυνσης Τηλεπικοινωνιῶν. Τή σχετική ἄδεια ὑπογράφει ὁ τότε ὑφυπουργός Συγκοινωνιών Ἐ. Δενδρινός ἐνῶ τό κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν Ἀθήναις τῇ 11ῃ Αὐγούστου 1965. Ἀπόφασις ἀρ. πρώτ.: 208664 Θέμα: Ἐγκατάστασις ὑπό τοῦ Ε.Ι.Ρ. μικροῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ εἰς Ἡράκλειον Κρήτης. Ἔχοντες ὑπ᾽ ὄψει: 1. Τά ὑπ᾽ ἀρ. 8865/16-7-65 καί 7927/26-6-65 σχετικά ἔγγραφα τοῦ Ε.Ι.Ρ., 2. Τάς διατάξεις τοῦ Ν.Δ. 1049/49 (ἄρθ. 28, παρ. 3 καί 4) καί τοῦ Ν. 2312/14, καί 3. Τήν σχετική γνωμοδότησιν τοῦ Τηλεπικοινωνιακοῦ Συμβουλίου. Ἔγκρίνομεν τήν ἐγκατάστασιν ὑπό τοῦ Ε.Ι.Ρ., μικροῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ, εἰς Ἡράκλειον... μέ συχνότητα λειτουργίας τήν διεθνῆ κοινόχρηστον τοιαύτην τῶν 1484/KC/S. Σκοπός τοῦ σταθμοῦ θά εἶναι ἡ μετάδοσις ἐκπομπῶν ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου» [4].
Τά μηχανήματα αὐτοῦ τοῦ ραδιοσταθμοῦ ἦταν κυρίως χορηγία τῆς Ἀμερικανικῆς Βάσεως, πού τότε εἶχε τήν ἕδρα της στό Ἡράκλειο, ἐνῶ πρῶτος Διευθυντής ὁρίστηκε ὁ τότε πρωτοσύγκελλος τῆς Μητροπόλεως Κρήτης καί μετάπειτα Μητροπολίτης Γορτύνης καί Ἀρκαδίας κυρός Κύριλλος.
Ὁ σταθμός λειτουργοῦσε ἱκανοποιητικά. Δυστυχῶς ὅμως κατά τήν Ἑπταετία ὁ Στρατιωτικός Διοικητής Κρήτης διέταξε νά ἀνασταλεῖ ἡ λειτουργία τοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καί νά κατασχεθοῦν ὅλα τά μηχανήματα ἐγγραφῆς καί ἀναμετάδοσης τοῦ προγράμματος [5]. Εἶναι χαρακτηριστικός μάλιστα ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἀρχιμανδρίτης Κύριλλος Κυπριωτάκης, πρωτοσύγκελλος τότε τῆς Μητροπόλεως παρέδωσε τά μηχανήματα τοῦ σταθμοῦ στούς ἐντεταλμένους τοῦ στρατοῦ. Διηγεῖται ὁ ἴδιος: «Λάβαμε ἐντολή νά παραδόσουμε τά μηχανήματα. Καταλάβαμε ὅτι δέν τούς ἄρεσαν αὐτά πού λέγαμε καί ὁ Μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος ἐθλίβη βαθύτατα. Μέ ἔστειλε νά τά παραδόσω ἐγώ, ὁ ἴδιος δέν ἤθελε νά ἦταν παρών. Ὅταν λοιπόν ἦρθαν οἱ στρατιῶτες στό κτίριο, τούς εἶπα νά περιμένουν γιά λίγο ἀπ’ ἔξω. Μπῆκα μόνος μου μέσα καί μέ μία βαριά ἄρχισα νά χτυπάω τίς κονσόλες, τούς πομπούς, τά μικρόφωνα. Τά ἔσπασα ὅλα. Δέν ἔμεινε τίποτα, μόνο σκουπίδια. Ὅταν πιά εἶχα τελειώσει εἶπα μέ ἱκανοποίηση στούς στρατιῶτες «Τώρα μπορεῖτε νά τά κατασχέσετε».
Πέρα ἀπό τό θλιβερό αὐτό γεγονός πού στιγματίζει πραγματικά τήν ἱστορία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ραδιοφωνίας, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι καί στήν Κρήτη ὅπως καί στήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία εἶχαν πλέον δημιουργηθεῖ οἱ προϋποθέσεις καί τό καλό ἱστορικό προηγούμενο γιά νά δημιουργηθοῦν οἱ μετέπειτα αὐτόνομοι ἐκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί.
Ἔτσι γιά τά δεδομένα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Καλλίνικος θεωρεῖται πρωτοπόρος στόν τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ραδιοφωνίας, διότι μετά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Εὐγένιο, τό ἔτος 1988 ἵδρυσε τό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Μητροπόλεώς του μέ τήν ἐπωνυμία «Πειραϊκή Ἐκκλησία», μέ ἄρτιο πρόγραμμα καί μέ μεγάλη ἐπιτυχία μετάδοσης καί ἀποδοχῆς τοῦ κοινοῦ. Ἀκολούθησε ἡ ἐπίσημη πλέον προσπάθεια τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Τό 1989 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἱδρύει τό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τό πρῶτο σῆμα του μεταδόθηκε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ ἰδίου ἔτους καί ἀπό τότε μέχρι καί σήμερα πολλές Μητροπόλεις καί Μοναστήρια δημιούργησαν δικούς τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, εἴτε μέ αὐτόνομο πρόγραμμα εἴτε μέ ἀναμετάδοση τοῦ ἐπίσημου ραδιοσταθμοῦ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας [6].
Στήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι τό ἔτος 1992 ὁ τότε Μητροπολίτης Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου Εἰρηναῖος καί τώρα Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ἵδρυσε τόν ἐκκλησιαστικό ραδιοφωνικό σταθμό “Ράδιο Μαρτυρία” μέ δικό του αὐτόνομο πρόγραμμα. Μάλιστα τά ἐγκαίνια τοῦ σταθμοῦ τέλεσε ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος κατά τήν πρώτη ἐπίσημη ἐπίσκεψή του στήν Κρήτη. Ἀκολούθησε κατόπιν ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης τόν ὁποῖο ἵδρυσε ὁ Μακαριστός Ἀριεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος τό 1997 καί ὁ ὁποῖος μεταδίδει τό πρόγραμμά του σέ ὅλες σχεδόν τίς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.
Ὁ ραδιοφωνικός Σταθμός τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στεγάζεται στό κτίριο τοῦ Ἐπικοινωνιακοῦ καί Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος, στήν ὁδό Ἀλκιβιάδου 6 στήν πόλη τοῦ Ἡρακλείου, μέσα σέ σύγχρονες κτιριακές ἐγκαταστάσεις καί μηχανήματα ὑψηλῶν τεχνικῶν προδιαγραφῶν. Ὁ χαρακτήρας του εἶναι ποιμαντικός καί ἱεραποστολικός. Προσβλέπει στήν ἐνημέρωση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τό πρόγραμμά του καλύπτει ἀναμετάδοση τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, Πατερική διδασκαλία, νεανικές ἐκπομπές πού σχολιάζουν ἐπίκαιρους προβληματισμούς, ἰατροκοινωνικά θέματα, ἐκκλησιαστική ὑμνωδία καί παραδοσιακή μουσική, οἰκολογικά θέματα, εἰδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, λογοτεχνία, συνεντεύξεις κ.ἄ. Τό πρόγραμμά του μεταδίδεται ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο.
Ἀνάμεσα στήν πολυφωνία τῶν μέσων ἐνημέρωσης, ὁ Ραδιοφωνικός Σταθμός τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης, εἶναι ἡ ἄλλη φωνή πού συντροφεύει, ξεκουράζει και μορφώνει κάθε ἀκροατή. Εἶναι ἡ φωνή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδας καί τοῦ γόνιμου προβληματισμοῦ.
Ἡ ἀνασκόπηση τῆς πορείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ραδιοφωνίας μπορεῖ νά σταματήσει ἐδῶ. Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατάλαβε ἀπό νωρίς ὅτι μπορεῖ νά ἔχει τό δικό της λόγο καί τή δική της φωνή μέσω τῶν ἐρτζιανῶν κυμάτων. Καί αὐτό τό κατάφερε μετά ἀπό πολλή προσπάθεια καί κόπο πολλῶν ἀνθρώπων πού ἀγαποῦσαν πραγματικά τήν Ἐκκλησία καί εἶχαν ἔνθεο, ἱεραποστολικό ζῆλο. Ἔτσι ἡ ἐκκλησιαστική ραδιοφωνία ἦρθε στήν ὕπαρξη.
(Τό παραπάνω κείμενο εἶναι ἀπό τό βιβλίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη, Διευθυντοῦ τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης μέ τίτλο «Τό ἦθος καί τό ὕφος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ραδιοφώνου», Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2007, σελ. 24-32).
[1] Τά στατιστικά στοιχεία καί οἱ πληροφορίες γιά τήν ἱστορική ἐξέλιξη τοῦ ἐκκλησιαστικού ραδιοφώνου ὅσον ἀφορᾷ στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀντλήθηκαν ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Φερούση «Ἐκκλησία καί Σύγχρονα Μέσα Ἐπικοινωνίας», σελ. 29-32.
[2] Ματθ. 28, 19.
[3] Φερούση Δημητρίου, «Ἡ πνευματική ἀποστολή τῆς ραδιοφωνίας», Ἀθήνα 1959, σελ.32.
[4] Ἀπό τό ἀρχείο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κρήτης, ἄρ. πρωτ. 2288/13 -8-65. Ἀρχείο τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης, ἀρ. πρωτ. 59/27-7-2004.
[5] Μητροπολίτου Πέτρας καί Χερρονήσου Νεκταρίου, «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος καί ἡ Ἐκκλησία Κρήτης», Νεάπολις 2002, σελ. 475.
[6] Μητροπολίτου Φθιώτιδος Νικολάου, «Τό Ἐκκλησιαστικό Ραδιόφωνο», Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, Λαμία 2000, σελ. 62.